Γράφει η Ματίνα Νικάκη
Εγώ γεννήθηκα για να είμαι θάλασσα. Τίποτα λιγότερο, ούτε λίμνη, ούτε ποτάμι, ούτε λασπωμένη λακκούβα. Απέραντη, ήρεμη και τρικυμιώδης, βαθιά και ανίκητη.
Έτσι η ψυχή μου ξέρει μόνο να νιώθει. Έτσι και η ζωή που έζησα δεν είχε τίποτα μικρό.
Συναισθήματα πολλά και βαθιά, ως την άβυσσο. Όσο κανένας ποτέ δεν κατάφερε να κολυμπήσει. Κανένας δεν έφτασε στον πάτο του βυθού μου, στα ολόμαυρα σκοτάδια μου. Πόσο πολύ πονούσα και πόσο απελπιζόμουν, δεν ήξεραν.
Γιατί εγώ τους ταξίδευα πάντα στην επιφάνεια. Ήμουν η άνωση τους, για να επιβιώνουν, να είναι ασφαλείς, για να μην πνίγονται.
Εκείνα που δεν ήξεραν όμως, ήθελα να ξέρουν. Από τι τους έσωζα και πόσο κόπο έκανα για να είναι όλοι τους καλά. Αυτό θα μου αρκούσε.
Όλες οι τρικυμίες δικές μου. Όταν λυσσομανούσε η ζωή, ήμουν εκεί πάντα. Δάμασα κάθε κύμα, κι ας φοβόμουν το κύμα που με έπαιρνε από κάτω. Και κάποιες φορές και τον ίδιο μου τον εαυτό.
Αλλά εγώ εκεί, με νύχια και με δόντια, ακόμα και χωρίς ελπίδα, κολυμπούσα.
Θάλασσα ο πόνος, ο θυμός, τα δάκρυα, τα ρημάδια τα παράπονά μου.
Θάλασσα ο χαμένος χρόνος, τα στοιχειωμένα βράδια, η ζωή που δεν έζησα.
Χωρίς καμία άλλη επιλογή, έγινα θάλασσα, σου λέω.
Κάπως έτσι την αγάπησα. Με αγάπησα, κι ας κόντεψα να πνιγώ.
Τι να σου πω…
Για τη ζωή μου.
Τη θάλασσά μου.
Εμένα.
Αυτό που ξέρω είναι ότι έχω καταφέρει αξιοσημείωτες νίκες.
Και ήττες που επέζησα.
