Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Είναι που εκεί, γύρω στα 40+, οι περισσότεροι νομίζουν πως τα έχουν δει όλα. Και κακά τα ψέματα, το νομίζεις κι εσύ. Όχι από έπαρση. Από κούραση. Από εμπειρία. Από εκείνη τη σιωπηλή πεποίθηση ότι “εντάξει, αυτά είναι, τα έζησα”.
Κι όμως, εκεί ακριβώς σε περιμένει η ανατροπή. Όχι φανταχτερή, ούτε θορυβώδης. Ήσυχη, σχεδόν υπόγεια. Γιατί κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να ξεκαθαρίζεις. Όχι τι θέλεις. Αυτό είναι πολυτέλεια των 20. Στα 40 δεν ψάχνεις πια το ιδανικό. Ξέρεις όμως, με απόλυτη ακρίβεια, τι δεν αντέχεις άλλο. Και αυτό, περίεργα, σε οδηγεί πιο κοντά στον εαυτό σου από οτιδήποτε άλλο.
Σταματάς να εξηγείς, να δικαιολογείς, να δίνεις δεύτερες, τρίτες, τέταρτες ευκαιρίες σε ανθρώπους που δεν στάθηκαν ούτε στην πρώτη. Δεν έχεις θυμό πια. Έχεις επιλογή. Και τότε συμβαίνει κάτι που δεν στο έμαθε κανείς. Αρχίζεις να σε διαλέγεις. Όχι εγωιστικά, ούτε με εκείνη τη φασαριόζικη αυτάρκεια που φωνάζει “δεν χρειάζομαι κανέναν”. Αλλά με μια ήσυχη αυταγάπη που δεν αποδεικνύει τίποτα. Απλώς υπάρχει. Σε προστατεύει χωρίς να σε κλείνει. Σε κρατάει χωρίς να σε περιορίζει.
Και για πρώτη φορά, επιτρέπεις. Να σε φροντίσουν. Να σε πλησιάσουν χωρίς καχυποψία. Να σε κανακέψουν χωρίς να νιώθεις ότι κάτι χρωστάς. Δεν ψάχνεις πια το “πού πάει αυτό”. Δεν μετράς κινήσεις. Δεν κάνεις σενάρια. Αν είναι να έρθει, θα έρθει καθαρό. Κι αν δεν είναι, δεν θα το τραβήξεις από τα μαλλιά.
Γιατί έμαθες. Όχι από βιβλία. Από λάθη. Από ανθρώπους που σε δίδαξαν τι δεν αξίζεις. Από στιγμές που σε άδειασαν για να καταλάβεις τι σε γεμίζει. Κι εκεί, κάπου ανάμεσα σε όσα άφησες και σε όσα κράτησες, αρχίζει το καλύτερο κομμάτι. Όχι γιατί είναι εύκολο. Αλλά γιατί είναι δικό σου.
Χωρίς φτιασίδια, χωρίς ρόλους, χωρίς εκείνη την αγωνία να αποδείξεις κάτι. Μόνο εσύ. Και αυτή τη φορά, δεν πας να βρεις τη ζωή. Την αφήνεις να έρθει και να σε βρει όπως είσαι.
