Γράφει ο Ανδρέας Φιλίδης
Δεν ήταν έρωτας.
Ήταν ανάγκη να μη μείνεις μόνη.
Κι αυτό πονάει πιο πολύ όταν το καταλάβεις. Όχι γιατί δεν ένιωσες. Αλλά γιατί αυτό που ένιωσες, δεν είχε κατεύθυνση. Ήταν ένταση χωρίς βάση. Μια βιασύνη να γεμίσεις ένα κενό που δεν άντεχες να κοιτάξεις.
Τον γνώρισες και δεν άφησες χώρο να δεις. Δεν περίμενες να καταλάβεις. Μπήκες κατευθείαν μέσα. Γιατί δεν ήθελες να μείνεις απ’ έξω. Δεν ήθελες άλλη σιωπή, άλλα βράδια που δεν έχεις ποιον να σκεφτείς, άλλες στιγμές που σε βρίσκουν μόνη με τον εαυτό σου.
Κι εκεί έγινε το λάθος.
Δεν αγάπησες εκείνον. Αγάπησες την ιδέα ότι δεν είσαι πια μόνη. Αγάπησες το “μαζί” πριν καν γίνει αληθινό. Κι έδωσες χώρο σε κάποιον που δεν είχε καν αποφασίσει αν θέλει να σταθεί.
Κι όσο περνούσε ο καιρός, κάτι μέσα σου το ήξερε. Το ένιωθες στις μικρές λεπτομέρειες. Στις καθυστερήσεις, στις μισές κουβέντες, στα βλέμματα που δεν έμεναν. Αλλά δεν έφευγες.
Γιατί δεν φοβόσουν εκείνον.
Φοβόσουν το μετά.
Το να μείνεις πάλι μόνη. Το να ξεκινήσεις από την αρχή. Το να παραδεχτείς ότι αυτό που κράτησες δεν ήταν αυτό που νόμιζες.
Κι έτσι έμεινες λίγο παραπάνω απ’ όσο σου άξιζε.
Μέχρι που δεν άντεξες άλλο να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.
Και τότε το είπες.
Δεν ήταν έρωτας.
Ήταν φόβος.
Και από εκεί ξεκίνησαν όλα.
