Γράφει η Νατάσσα Σπύρου
Σε περίμενα! Σε μια μικρή γωνιά του μυαλού μου ζούσες καθημερινά. Μια μικρή γωνιά λίγο σκοτεινή, όπως και εσύ. Συνήθιζες να χάνεσαι στα σκοτάδια σου και με άφηνες να παλεύω για να σε βγάλω. Εκεί σε έκλεισα λοιπόν, σε μια μικρή γωνιά του μυαλού, για να μπορώ να διαχειρίζομαι τη σκέψη σου με τη λογική.
Την καρδιά μου δεν την εμπιστεύομαι πλέον και γι’ αυτό προτίμησα να σε βγάλω από εκεί.
Ήξερα πως θα έρθεις, μου το είχες υποσχεθεί και κάπου βαθιά μέσα μου ένιωθα πως θα τηρήσεις αυτή σου την υπόσχεση. Χαίρομαι που σε βλέπω, που μπορώ και σε κοιτάζω στα μάτια αφού έχω την συνείδηση μου καθαρή.
Μπορώ να σε κοιτάζω χωρίς να δακρύζω, αν και οφείλω να ομολογήσω πως με κόπο κράτησα το δάκρυ λίγο πριν τρέξει. Όμως μικρή σημασία έχουν όλα αυτά. Έλα, πάμε στη γωνιά του μπαλκονιού που πάντα μας άρεσε να καθόμαστε. Βάλε κρασί και έλα να τα πούμε. Ξέρω πως θα έχεις πολλά να μου πεις, και θα τα ακούσω όλα ένα προς ένα. Όπως τότε.
Θυμάσαι; Μα φυσικά και θυμάσαι. Δεν μπορείς να ξεχάσεις και γι’ αυτό είσαι εδώ απόψε. Άνοιξε την καρδιά σου και ας είναι κάθε γουλιά κρασί βάλσαμο για την ψυχή σου.
Μόνο σε παρακαλώ, μη με ρωτήσεις τίποτα για μένα. Δεν έχω άλλωστε και τίποτα να σου πω. Τα είπα όλα στα σκοτάδια μου τις ώρες της μοναξιάς μου. Σε τσαλακωμένα χαρτιά γράφοντας νευρικά προσπαθώντας να κρατηθώ ζωντανή στη μάχη που έδινε η καρδιά ενάντια στο μυαλό μου. Και τα κατάφερα, με πολλές πληγές μα τα κατάφερα. Γι’ αυτό μη με ρωτάς, τα τυπικά «τι κάνεις;» δεν μας ταιριάζουν.
Βάλε κρασί και έλα να κάνουμε αυτές τις συζητήσεις τις δικές μας. Αυτές που ποτέ δεν καταλάβαινε κανείς εκτός από εμάς. Κοίτα με στα μάτια και μην κατεβάσεις το βλέμμα ούτε μια στιγμή. Δεν χωράνε εγωισμοί ανάμεσα μας και το ξέρεις καλά. Έλα να πιούμε σε ότι μας ένωσε και όχι σε ότι μας χώρισε. Εξάλλου ότι μας κράτησε χωριστά ήταν πάντα για μένα μηδαμινής αξίας και ανάξιο λόγου μπροστά σε ότι ζήσαμε και σε ότι μας κρατούσε μαζί.
Έτσι είναι όμως η ζωή, πολλές φορές αφήνει πράγματα μικρά και πράξεις ανθρώπων κακόβουλες και αναξιοπρεπείς να γίνονται εμπόδιο στην αγάπη. Φταίμε και εμείς και εσύ περισσότερο από όλους για ότι μας συνέβη μα απόψε δεν είναι η ώρα να μιλήσουμε για τίποτα από όλα αυτά. Κράτησε τα λοιπόν μακριά μας, γέμισε τα ποτήρια μας και ας πιούμε στην υγειά μας.
Και αν όσο μου μιλάς κυλήσει ένα δάκρυ, μην ντραπείς. Μην ακούς που λένε πως οι άντρες δεν κλαίνε. Ποτέ δεν το πίστεψα. Λάτρεψα κάθε δάκρυ που έτρεξε στα μεγάλα ζόρια σου, κάθε τρέμουλο της φωνής σου όταν έλεγες το όνομα μου με τόσο πάθος.
Δεν θα σε δω φιλικά απόψε, δεν γίνεται μου το είπες και εσύ. Δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν τόσο δεν θα μπορέσουν ποτέ να γίνουν φίλοι. Βάλε μας κρασί και κλείσε το κινητό. Βγάλε το ρολόι από τον καρπό σου και άσε τον χρόνο να τρέξει υπέρ μας αυτό το βράδυ. Η αγάπη μωρό μου δεν μπορεί ποτέ να γίνει φυλακή και ας ισούται με τον πόνο όταν ο ένας φεύγει.
Έλα να φτιάξουμε μια στιγμή ακόμα. Αέρας ήμουν στη ζωή σου και αέρας θα μείνω. Θα σε ταξιδέψω μακριά και ας είναι η τελευταία φορά που θα το κάνω. Είσαι εδώ μαζί μου και εγώ μπορώ πια να σου χαμογελώ.
Κοίτα, πώς καθρεφτίζεται το φεγγάρι στα ποτήρια μας και μας προσκαλεί να πιούμε και στην υγειά του. Στην υγειά του φεγγαριού λοιπόν που μας συντροφεύει απόψε. Που θα ακούσει τις τρελές μας συζητήσεις, τις κρυφές μας ελπίδες, που θα νιώσει την αύρα μας που πάντα ξεχείλιζε από έρωτα. Βάλε κρασί, το είχα φυλαγμένο. Για σένα, για μας, για το φεγγάρι.
