Γράφει η Ζωή Τριανταφυλλοπούλου
Το μυαλό κάνει ταξίδια ένα τέτοιο Καλοκαιρινό βράδυ. Χρειάζεται μάλλον όταν το εδώ και τώρα είναι πνιγηρο και στάσιμο και το μέλλον επίφοβο με όσα ακούς κι Εσύ κι εγώ..
Φεύγει για κάπου πιο πριν στο χρόνο, εκεί που νόμιζες ότι θα φτάσεις στην πηγή της ζωής. Θα κοινωνήσεις συναίσθημα στα κόκκινα και παράδοση άνευ όρων σ’ ένα όνειρο…
Εσύ ο αποκαμωμένος στρατιώτης που έμαθε να ζει για την υποχρέωση, γιατί πρέπει να είναι αποδοτικός και σωστός στον κόσμο γύρω του. Και στέγνωσε μέσα του συναισθηματικα και ξέχασε να χαίρεται, να χαλαρώνει, να διεκδικεί απόλαυση και κυρίως να ερωτεύεται!
Ζώνη του λυκόφωτος ο έρωτας, βαρομετρικο χαμηλό που δεν μπορεί να το ζήσει, δεν το επιτρέπει. Ίσως φοβάται ή τελικά παρασυνειδητοποιηθηκε νιώθοντας το άδοξο της ιστορίας του ερωτευμένου εαυτού που αλλάζει το κέντρο βάρος του σε ένα υποκειμενο στα όρια του μύθου …
Ένας στρατιώτης με θηλυκή υπόσταση που τρώει και μερικά επιπλέον χαστούκια λοιπόν καθοδόν και σε τακτικό ρυθμό με ένα αρκετά πρόσφατο για να μην εφησυχάζει και ξεχνιέται. Για να καταλάβει για άλλη μια φορά πόσο δυνατός είναι αλλά και πόσο ξεχειλωμενα όρια έχει από την πολύ ευγένεια, την κακώς εννοούμενη καλοσύνη στα χνάρια της υποχώρησης κοκτεηλ δυνατό με την έλλειψη χρήσης του μαγικού οχι. Ένας τέτοιος “υπολοχαγός Νατάσα” που καταφέρνει μετά τα τελευταία παθήματα του και μένει μετέωρος με χέρια σε στάση ικεσιας να παρακαλά να αντέξει.
Νιώθει χωμάτινος, ραγισμένος, στραγγισμενος και επιθυμεί να γίνει και αόρατος, να αφήσει απλά τον καιρό να κυλήσει χωρίς να χρειαστεί να κινηθεί από τη θέση που τον βρήκε το κακό… Το πάθημα, το μάθημα της σχολής των εν εξελίξει ψυχών!
Κι εκεί που βυθίζεται στην άβυσσο των “γιατί πάλι σε μένα όλα αυτά” εμφανίζεται ένα χέρι. Μια φωνή, μια παρουσία σε μιαν άκρη μιας γραμμής. Που δηλώνει παρόν χωρίς να ενοχλεί, που αναφέρει σταθερά ότι παραμένει δίπλα για να προστατεύσει αν χρειαστεί, για να επέμβει,. Που αναζητά για να να πει μια Καλημέρα ή και Καληνύχτα. Ένα χέρι, μια φωνή γίνεται φροντίδα και νοιαξιμο για μια ψυχή που κρύφτηκε από έναν κόσμο πιο θηρίο από το αγρίμι που αλυχτα μέσα της γιατί δεν έζησε και γιατί δικάζεται συνεχώς…
Και το χέρι γίνεται χαμόγελο δειλό στα μούτρα, γίνεται χωρίς να το καταλάβει μελτεμι στην καρδιά.
Κι ελπίδα, και φάρος φωτεινός στο σκοτάδι για ένα σκαρί θαλασοδαρμενο αλλά περήφανο όμως παρόλα τα τσάκισμενα μέλη του σαν και του λόγου της.
Και νιώθει ξαφνικά αλλά πραγματικά να σκιρτα, σαν να ξυπνα από νάρκωση ή άγρυπνο κόμμα ετών!
Κι αρχίζει να ονειρεύεται και θέλει να φέρει αυτό το χέρι όλο και πιο κοντά όλο και πιο βαθιά, μέρος του είναι και ζω.
Μέρος του αγαπώ της. Σαν να μαθαίνει την αγάπη από την αρχή…
Αυτό το χέρι τελικά δεν έγινε ποτέ δικό της δεν άφησε το αποτύπωμα του πάνω της. Και ας το ήθελε τόσο…
Έφυγε έτσι όπως ήρθε από το πουθενά και χωρίς προφανή λόγο.
Για να επιβεβαιώσει ότι οι ψυχές δεν συναντιουνται τελικά τυχαία αλλά κάποιες έρχονται σαν ήρωες και σωτήρες για να σε στηλωσουν στα πόδια σου. Να σε κρατήσουν όταν καταρρέουν όλα γύρω και να αποχωρήσουν.
Για να θυμηθείς πως είναι να ζεις ακόμη και μετά από μια καταστροφή και να φτάνεις και Εσύ που είχες απομυθοποιησει τα πάντα στο κατώφλι των 50 να γίνεσαι έφηβη, έτοιμη να ερωτευτείς σαν να είναι η πρώτη σου φορά…
Και κάπως έτσι να καταλήγεις τελικά να νιώθεις ευγνώμων…
Που μέσα από όλο το κακό που μεσολάβησε από την αναχώρηση αυτού που ήρθε έγινε μεγάλο θέλω αλλά δεν έμεινε Εσύ κατάλαβες ότι μπορείς να νιώθεις ζωντανή. Ίσως περισσότερο από ποτέ.
Γιατί νιώθεις ακόμα!
Πολλά, πολύ…
