Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Ξέρεις ποιοι μένουν πίσω; Αυτοί που δεν τόλμησαν. Αυτοί που πίστεψαν πως η ζωή θα περιμένει, πως οι άνθρωποι δεν κουράζονται, πως το «θα δούμε» είναι αρκετό.
Κάποτε ήμασταν εμείς.
Μια ιστορία που θα μπορούσε να κρατήσει, αν δεν είχε γίνει θολή από σιωπές, από αναβολές, από την ψευδαίσθηση ότι θα υπήρχε πάντα χρόνος.
Δεν υπήρχε.
Και το ξέρεις.
Γιατί αν υπήρχε, δεν θα σε έψαχνα στα μέρη που πηγαίναμε και δεν θα με έψαχνες στα τραγούδια που αλλάζεις μόλις ξεκινήσουν. Δεν θα αναρωτιόσουν αν θα ήταν αλλιώς αν είχαμε κάνει το κάτι παραπάνω. Αν είχαμε αφήσει τις υπερηφάνειες στην άκρη, αν είχαμε πει περισσότερα, αν είχαμε δείξει περισσότερα.
Αλλά το «αν» δεν σημαίνει τίποτα. Είναι απλώς μια λέξη που χρησιμοποιούν αυτοί που έμειναν πίσω.
Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;
Ότι κάποτε θα κοιταχτείς στον καθρέφτη και θα συνειδητοποιήσεις πως εσύ άφησες να φύγει κάτι που άξιζε. Ότι περίμενες μια κίνηση που δεν έγινε, μια στιγμή που δεν ήρθε, ένα σημάδι που δεν δόθηκε ποτέ.
Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μένει χωρίς λόγο πίσω. Μένει γιατί δεν έκανε κάτι για να προχωρήσει.
Και όσο προχωράνε οι άλλοι, όσο ζουν, ερωτεύονται, γελάνε, εσύ μένεις με τις σκέψεις σου. Με τα «μήπως», με τα «γιατί», με το κενό που αφήνει κάποιος όταν δεν είναι πια εκεί.
Η ζωή δεν κάνει παύσεις. Δεν περιμένει κανέναν.
Και στην τελική, αν έμεινες πίσω, είναι γιατί εσύ δεν είχες το θάρρος να κρατήσεις αυτό που ήθελες.
Οπότε μην αναρωτιέσαι τι πήγε λάθος.
Αναρωτήσου τι δεν έκανες σωστά.
