Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Προσπαθώ ακόμα να καταλάβω, πώς κατάφερες να με ξενερώσεις τόσο απόλυτα, τόσο ακαριαία.
Με μια ταχύτητα που ούτε εσύ φαντάζεσαι. Αν υπήρχε ολυμπιακό άθλημα στο «σβήνω έλξη μέσα σε 3 δευτερόλεπτα», θα είχες πάρει χρυσό. Μπράβο σου. Λίγοι τα καταφέρνουν.
Δεν ήταν κάτι μεγάλο. Δεν ήταν κάποιο δράμα, δεν έγινε έκρηξη, δεν έτρεξαν δάκρυα, δεν κατέρρευσαν κόσμοι.
Ήταν μια στιγμή.
Μια κουβέντα, ένα ύφος, μια συμπεριφορά — αυτό το μικρό, ύπουλο, καθημερινό κάτι που σε προδίδει χωρίς να το καταλάβεις.
Ξέρεις… εκείνο το λεπτό που ο άλλος σου δείχνει ποιος είναι πραγματικά, πριν προλάβει να φορέσει πάλι το προσωπείο του.
Κι εκεί που νόμιζα πως έχουμε κάτι να πούμε, πως υπάρχει χώρος, πως υπάρχει έδαφος να φυτρώσει κάτι… πάγος.
Ακαριαία ψυχρή προσγείωση. Από εκείνες που σου κόβουν την ανάσα όχι από πόνο, αλλά από καθαρή απογοήτευση.
Ξέρεις τι είναι πιο σκληρό από το να πληγωθείς;
Το να ξενερώσεις.
Γιατί ο πόνος έχει ρίζα, έχει ανάμνηση, έχει κάτι.
Το ξενέρωμα;
Έρχεται, πατάει ένα κουμπί και τελειώνει ό,τι άφησες να ανθίσει.
Κι από εκείνη τη στιγμή… δεν είχα τίποτα να περιμένω.
Γιατί όταν βλέπεις καθαρά, δεν χωράει επιστροφή.
Όσο κι αν προσπαθήσεις να πείσεις τον εαυτό σου, δεν γίνεται. Η χημεία πέθανε. Το βλέμμα έσβησε. Η καρδιά έκλεισε. Τελεία.
Και δεν σε μισώ. Δεν σε σκέφτομαι καν κακά.
Απλώς δεν σε σκέφτομαι.
Και αυτό — να ξέρεις — είναι χειρότερο από οτιδήποτε άλλο θα μπορούσες να μου προκαλέσεις.
Με ρωτάνε «τι έγινε;»
Τίποτα.
Κι όμως, όλα.
Κάτι μέσα μου γύρισε τον διακόπτη και δεν είχε πίσω.
Και ξέρεις ποιο είναι το αστείο;
Δεν στεναχωρήθηκα.
Ανακουφίστηκα.
Γιατί, επιτέλους, είδα. Και δεν έμεινα.
Κάποιοι άνθρωποι δεν μας χάνουν επειδή δεν άξιζαν.
Μας χάνουν επειδή — ευτυχώς — καταλάβαμε εγκαίρως.
