Γράφει η Ειρήνη Σταυρακάκη
Ένα άγριο, εκκωφαντικό βουητό έπνιξε όλους τους ήχους. Το αγέρι σταμάτησε τον βρυχηθμό του, η θάλασσα σώπασε για να ακούσει κρυφά, όλα όσα είχε να πει η κοπέλα, φοβήθηκε στον τρόμο της. Δεν υπήρχε λόγος να το πάρει τόσο βαριά μέσα της, όμως το έκανε, πάντα το κάνει. Αφήνει τους άλλους να κάνουν κουμάντο στα θέλω της, στις επιλογές της, στη ζωή της. Πάντα θέλει να κερδίζει την αγάπη εκείνου που έχει απέναντί της. Δεν την νοιάζει αν πονάει, αν πεθαίνει κάθε μέρα ο εγωισμός της, αν χάνει την ταυτότητά της. Αποζητά μόνο την αποδοχή, ένα “accept” στη ζωή του άλλου.
Εκείνη την μέρα δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο τα σιωπηλά δάκρυα της καρδιάς της, έπρεπε να φωνάξει, κάπου να εκτονωθεί τέλος πάντων. Το ουρλιαχτό δεν μπόρεσε να το πνίξει, της ήταν αδύνατο. Είναι μια κοπέλα δυναμική, αγαπά τον κόσμο και της αρέσει να δένεται με τους ανθρώπους.
Δεν μπορεί να αρκεστεί μόνο στο βλέμμα και σε ένα τυπικό «γεια». Θέλει να ακούει ιστορίες, να είναι διαφορετική και να χαμογελά κάθε τόσο. Είναι τόσο δοτική που καμιά φορά ξεχνά πόσα πράγματα χάρισε και σε ποιον. Ο κανόνας για τη ζωή της είναι «δώσε και λάβε χαμόγελα» και το χαμόγελο πιστεύει πως έρχεται με το να δίνει αλόγιστα καθετί που δεν χρησιμοποιεί ή που θεωρεί πως της είναι άχρηστο.
Δεν ήθελε να φύγει από κοντά της. Δεν περίμενε να αφήσει τις στιγμές τους σκόρπιες και τσαλακωμένες μπροστά στη θάλασσα. Δεν έδωσε εξηγήσεις, μονάχα ένα «πρέπει να φύγω, δεν σου αξίζω». Τα μάτια του ήταν δειλά, τα χείλη του έτρεμαν και είχαν σκάσει απ’ το κρύο. Το κυπαρισσί κασκόλ, που του είχε κάνει η ίδια πέρσι τα Χριστούγεννα, είχε φαγωθεί στις άκρες από το φερμουάρ του μπουφάν. Εκείνη δεν πίστεψε λέξη, έκανε να ακουμπήσει με τα παγωμένα της χέρια τα πάλλευκα μάγουλά του, αλλά μάταια. Εκείνος δεν λύγισε έστω και λίγο, απλά απομακρύνθηκε. Η εικόνα θάμπωσε με κινήσεις αργές καρέ καρέ όπως στις κινηματογραφικές ταινίες που παγώνει η λήψη, για να πάρει θέση το συναίσθημα που καίει αλόγιστα μέσα μας.
Όταν έφυγε δεν γύρισε πίσω να κοιτάξει πώς είναι, αν έπεσε κάτω, αν λύγισε ή αν έφυγε κι η ίδια ακολουθώντας τα βήματά του. Εκείνη τη στιγμή έσκασε ο ήχος από το στέρνο της, που παραλίγο να την κάνει να λιποθυμήσει. Χωρίς δάκρυα, χωρίς ελιγμούς. Κοίταξε τη θάλασσα που πήρε ξανά το χρώμα της, άκουσε τον άνεμο που της χάιδευε τα μαλλιά και βάδισε προς το σπίτι. Αυτό μόνο, τίποτα διαφορετικό. Όλα θάφτηκαν μέσα της, στο πιο βαθύ και νοσταλγικό χαμόγελο που χαρίζει στον κόσμο…
