Γράφει η Δωροθέα Σαμαρά
Το νερό καυτό πέφτει πάνω στο κορμί μου. Ακουμπισμένες οι παλάμες μου στα νοτισμένα πλακάκια, προσπαθούν να αντέξουν όλο το βάρος μου. Περισσότερο εκείνο της μνήμης και των σκέψεων, παρά του ίδιου του κορμιού.
Η ανάσα μου αχνή σχηματίζει μικρά σύννεφα καπνού, που γοργά βγαίνουν από το στόμα και διαλύονται. Διαλύονται παρέα με τους στεναγμούς και τα δάκρυα που σέρνουν μαζί τους. Θαρρώ πως μήτε κι αυτά προλαβαίνουν να κυλήσουν καλά καλά στα μάγουλα. Εξατμίζονται στα μέσα της διαδρομής. Ή, απλώς, παρασέρνονται από το νερό, καθώς πέφτει με ορμή πάνω στο πρόσωπό μου, ξεχύνονται στο σιφόνι και καταλήγουν στον υπόνομο. Τα δάκρυα του υπονόμου, λοιπόν! Περίεργο. Ποτέ δεν το είχα σκεφτεί έτσι! Ακόμη και για αυτά είναι πολύ μικρό το ταξίδι. Και δες πού καταλήγουν!
Ένα γέλιο νευρικό γεννιέται μέσα μου και εκρήγνυται. Γέλιο παράλογο κι ίσως δίχως λόγο. Κι αν υπάρχει, μάλλον λόγος ανόητος θα’ναι. Σαν αυτούς που δημιουργεί το μυαλό, για να αμύνεται στις επιθέσεις των αναμνήσεων.
Ένα γέλιο που δυναμώνει και δυναμώνει και δυναμώνει. Γέλιο που συνοδεύεται από δάκρυα και τσαλακώνει τη φάτσα μου με διάφορες γκριμάτσες. Άλλοτε πόνος μοιάζει να φαίνεται κι άλλοτε τρελή χαρά. Κι εκεί που κλαίνε τα μάτια μου, άλλο τόσο πιο δυνατά γελούν τα χείλη. Σε κοροϊδεύει η ψυχή, καρδιά μου. Παρ’το χαμπάρι! Εσύ πονάς κι αυτή γελά! Το γέλιο του τρελού! Το έχεις δει; Να! Δαύτο είναι! Πότε βρήκε ισορροπία ο κόσμος μου, για να βρει τώρα; Πότε συμφιλιώθηκε το παρελθόν με το παρόν μου; Πότε ο εγωισμός αγάπησε τη μνήμη;
Το ημερολόγιο άνοιξε ξανά απόψε στη σελίδα τη δική σου. Σε εκείνη που είχα κρυμμένη μια φωτογραφία σου παλιά και σκισμένη. Στο σημείο εκείνο που μόνο έτσι μπορούσα να σε αποχωρήσω από ” εκείνη ” που δίπλα σου γελούσε ευτυχισμένη.
Κι εσύ την τύλιγες μέσα στην αγκαλιά σου. Έτσι όπως τύλιγες εμένα μόνο(έτσι νόμιζα), όταν μου μιλούσες για αγάπη και πάνω της έχτιζες όνειρα. Όνειρα που έκαναν τα μάτια μου να λάμπουν πιο πολύ απ’τα αστέρια! Και χρειάστηκε μόνο μια εικόνα να τα σβήσει σε ένα μόνο λεπτό, να τα γκρεμίσει και να γεμίσει η μνήμη με στάχτες και συντρίμια.
Περασμένα, ξεχασμένα λένε. Περασμένα, ναι. Ξεχασμένα, οχι, λέω εγώ. Κι όμως, η εικόνα σου είχε τόσο πια ξεθωριάσει, που δεν ήσουν τίποτα παραπάνω από ένα καμμένο χαρτί. Μια μνήμη που έπαψε ναμε αγγίζει, έπαψε να με πονά.
Υ. Γ. Έκανα λάθος!
