Βάρυνε ο καιρός.
Όχι μόνο έξω. Βάρυνε μέσα μας.
Σαν κάτι να μας έβαλε απότομα σε ένα τρενάκι του τρόμου και να χάθηκε το κουμπί του stop. Σαν να προχωράμε με φόρα, με τα μάτια μισόκλειστα, κρατώντας την ανάσα μας, περιμένοντας πότε θα τελειώσει η διαδρομή.
Βάρυνε ο ουρανός κι έσκυψε. Άγγιξε τις ψυχές μας και τις κάνει λίγο πιο βαριές κάθε μέρα. Όχι από λύπη μόνο. Από φόβο. Από εκείνον τον αθόρυβο φόβο που δεν ουρλιάζει, αλλά τρυπώνει και κάθεται. Κι εμείς ψάχνουμε μια αχτίδα ήλιου να πιαστούμε. Κάτι μικρό. Κάτι αληθινό. Κάτι να μας θυμίσει ότι υπάρχει ακόμα φως.
Γαμώτο…
Κι έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτείς, το μυαλό πηγαίνει στους ανθρώπους σου. Σε εκείνους που αγαπάς. Σε εκείνους που ζουν μέσα στην έννοιά σου. Είναι κοντά; Είναι ασφαλείς; Τους άγγιξε αυτό που έγινε ή πέρασε ξυστά; Κι εκεί το τηλέφωνο γίνεται σωσίβιο. Όχι από συνήθεια. Από ανάγκη.
Το κρατάς σφιχτά. Σαν να κρατάς την ελπίδα.
Καλείς.
Και περιμένεις.
Κι όταν ακούς τη φωνή τους, χαμογελάς ασυναίσθητα. Δεν το σκέφτεσαι. Συμβαίνει. Είναι καλά. Είναι εκεί. Αναπνέουν. Υπάρχουν. Κι αυτό, εκείνη τη στιγμή, φτάνει. Προσπαθείς να αποσπάσεις το μυαλό από το «κι αν…;» Γιατί το «κι αν» δεν έχει πάτο. Σε τραβάει κάτω.
Γαμώτο…
Να μην τη χρωστάς την αγκαλιά.
Να μην το χρωστάς το «σ’ αγαπώ».
Να μην αφήνεις το εδώ και το τώρα απλήρωτο. Γιατί όλα όσα αναβάλλουμε, όλα όσα κρατάμε για μετά, μπορούν να χαθούν σε μια στιγμή. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς χρόνο.
Κράτα λίγο πιο σφιχτά τους ανθρώπους σου.
Όχι αύριο.
Τώρα.
Γιατί η παρουσία είναι πολυτέλεια.
Η αγκαλιά είναι πολυτέλεια.
Η φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου είναι πολυτέλεια.
Κι όμως, τις περισσότερες φορές, τις προσπερνάμε. Σαν να είναι δεδομένες. Σαν να μας περιμένουν. Δεν περιμένουν. Τίποτα δεν περιμένει.
Βάρυνε ο καιρός.
Και μέσα σε αυτό το βάρος, ίσως το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αγαπάμε λίγο πιο καθαρά. Λίγο πιο θαρραλέα. Λίγο πιο παρόντες.
Για να μη χρωστάμε.
Σε κανέναν.
Ούτε στη ζωή.
