Γράφει η Ηρώ Αναστασίου
Τα πιο όμορφα πράγματα είναι εκείνα που τολμήσαμε κι ας ξέραμε από την αρχή πως ήταν λάθος.
Γιατί το λάθος απ’ την αρχή το ξέρουμε συνήθως, αλλά το αποσιωπούμε γιατί έχει γλύκα.
Κι εκεί στην γλύκα βουτάμε και πιο πολύ.
Σαν να τρώμε μία μερέντα με το κουτάλι.
Γι’ αυτό σου λέω, το ήξερα ότι λάθος για εμένα ήσουν, αλλά με τραβούσες σαν μαγνήτης.
Και ήσουν απ’ τις καλύτερες εμπειρίες μου.
Και δεν έχω να κατηγορήσω κανέναν, γιατί πάντα ήσουν ξεκάθαρος και ειλικρινής.
Τον μόνο άνθρωπο που θα ‘πρεπε να θυμώσω λίγο και να τον κατηγορήσω είναι ο εαυτός μου.
Γιατί τον βλέπεις τον γκρεμό μανίτσα μου, γιατί πας εκεί;
Γιατί το βλέπεις ότι δεν σου ταιριάζει, αλλά το φοράς.
Το φοράς και καμαρώνεις.
Κι έρχεται εκείνη η στιγμή που παχαίνεις και δεν σου πάει, δεν σου κάθεται καλά.
Κι εκεί λες έφαγα τα μούτρα μου, αλλά ας πρόσεχα.
Λες κι όλοι δεν έχουμε φάει τα μούτρα μας.
Τα έχουμε φάει, αλλά φταίμε εμείς μωρέ.
Εμείς που βρεθήκαμε σε ψεύτικο όνειρο, σε όνειρο που δεν είναι δικό μας, αλλά το γουστάραμε που ήμασταν εκεί.
Πήραμε λίγη γεύση από το υπερπέραν.
Τώρα δεν πρέπει να σε θυμάμαι κι όμως η αναπνοή σου ρουφάει την ψυχή μου.
Όταν κουμπώνει μια αγκαλιά, πώς ξεκουμπώνει γαμώτο μου;
Πώς να χωρέσω σ’ άλλη αγκαλιά μετά από σένα;
Έδωσες τέλος και έχασες την ψυχή μου που όταν σ’ αγκάλιαζε γέμιζε πάθος.
Άξιζε τελικά;
