Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Στην αρχή όλοι μοιάζουν ίδιοι.
Όλοι αφήνουν πίσω τους ένα κενό. Μια απουσία. Μια συνήθεια που σπάει. Μια θέση που μένει άδεια στο τραπέζι της ζωής σου.
Και για λίγο, τους βάζεις όλους στο ίδιο συρτάρι.
Τους ανθρώπους που έφυγαν.
Μόνο που ο χρόνος έχει έναν παράξενο τρόπο να ξεχωρίζει τα πράγματα.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που τους έχασες πραγματικά.
Άνθρωποι που άξιζαν να μείνουν. Που σου έδωσαν αγάπη, φροντίδα, παρουσία. Άνθρωποι που όταν τους θυμάσαι, δεν πονάς από θυμό. Πονάς από ευγνωμοσύνη. Γιατί ξέρεις πως ό,τι υπήρξε, ήταν αληθινό.
Κι ύστερα υπάρχουν οι άλλοι.
Εκείνοι που για μήνες ή χρόνια νόμιζες πως έχασες.
Μέχρι να καταλάβεις ότι στην πραγματικότητα γλίτωσες.
Γλίτωσες από ανθρώπους που σε ήθελαν μόνο όσο τους βόλευες.
Από ανθρώπους που ζητούσαν κατανόηση αλλά δεν προσέφεραν ποτέ τη δική τους.
Από ανθρώπους που ήθελαν πρόσβαση στην καρδιά σου χωρίς να αναλαμβάνουν καμία ευθύνη για όσα άφηναν μέσα της.
Το παράξενο είναι πως αυτή η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται αμέσως.
Στην αρχή κλαις και για τους δύο.
Νοσταλγείς και τους δύο.
Αναρωτιέσαι τι θα μπορούσες να είχες κάνει διαφορετικά και για τους δύο.
Μέχρι που μια μέρα ξυπνάς και βλέπεις καθαρά.
Βλέπεις ότι κάποιοι άνθρωποι σου λείπουν ακόμα γιατί ήταν δώρο.
Και κάποιοι σου λείπουν μόνο επειδή συνήθισες την παρουσία τους.
Δεν είναι το ίδιο.
Δεν ήταν ποτέ το ίδιο.
Γι’ αυτό μην βιάζεσαι να βαφτίσεις κάθε απώλεια καταστροφή.
Μερικές πόρτες κλείνουν και σου λείπει το φως που έμπαινε από μέσα τους.
Και μερικές κλείνουν για να σταματήσει επιτέλους να μπαίνει το κρύο.
Η σοφία δεν βρίσκεται στο να κρατάς όλους τους ανθρώπους στη ζωή σου.
Βρίσκεται στο να αναγνωρίζεις ποιον έχασες και από ποιον γλίτωσες.
