Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Είναι από εκείνα τα ανύποπτα πρωινά που ξεκινάς με μια «καλημέρα» κι ανοίγει μια συζήτηση που παίζει για ώρες στο μυαλό σου.
«Τη μάνα, τη γιαγιά, την καταλαβαίνεις από το πρόσωπο», μου λέει η Βίκυ.
Κρατάω τη φράση και προχωράω τη μέρα.
Εύκολα, δύσκολα, ανάποδα, ίσια, με γέλιο, με δάκρυα, με νεύρα, με ξεσπάσματα. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες που, εκεί κατά τις 22.00, όταν κλείνει ο υπολογιστής, μπαίνουν οι λέξεις.
Τι αλλάζει όταν γίνεσαι μαμά;
Τι αλλάζει όταν μπαίνεις ξανά στο παιχνίδι της φροντίδας σαν γιαγιά;
Εκείνη η βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια.
Εκείνη που με όλα τα botox και όλα τα υαλουρονικά του κόσμου δεν σβήνει.
Γιατί είναι η ρυτίδα του νοιαξίματος.
Όχι της κούρασης. Αυτή γράφει στα μάτια.
Εκεί, ανάμεσα στα φρύδια, γράφονται τα άλλα.
Το «πού είσαι;».
Το «έφτασες;».
Το «γιατί δεν απαντάς;».
To «τι να μαγειρέψω σήμερα;»
Το «πάρε ζακέτα» που κάποτε κορόιδευες και μια ωραία πρωία ακούς να βγαίνει από το δικό σου στόμα και συνειδητοποιείς ότι η ζωή έχει εξαιρετικά περίεργο χιούμορ.
Γράφονται τα ξενύχτια πάνω από πυρετούς, οι πόρτες που περίμενες να ακούσεις να ανοίγουν, τα τηλέφωνα που άργησαν να χτυπήσουν, οι φορές που είπες «δεν πειράζει» ενώ πείραζε πολύ.
Το «είσαι κουρασμένη μαμά;» και το αυτόματο «όχι παιδί μου».
Γιατί όταν γίνεσαι μάνα, αποκτάς ένα κουσούρι που δεν θεραπεύεται.
Κατοικείς λίγο και στις ζωές των παιδιών σου.
Όχι από έλεγχο. Από εκείνο το ηλίθιο, ακούραστο νοιάξιμο που δεν έχει ωράριο, ρεπό ή κουμπί απενεργοποίησης.
Και μετά γίνεσαι γιαγιά.
Και πάνω που νόμιζες ότι τελείωσες με αγωνίες, θερμόμετρα και «στείλε όταν φτάσεις», η ζωή σου κάνει επανεκκίνηση.
Μόνο που τώρα είναι χειρότερα.
Γιατί δεν ανησυχείς για έναν.
Ανησυχείς για εκείνον που μεγάλωσες και για εκείνον που μεγαλώνει εκείνος.
Προσπαθείς να είσαι εκεί για εκείνον που μεγάλωσες και για εκείνον που μεγαλώνει εκείνος.
Άλλη μια φορά τροφός, άλλη μια φορά μαγείρισσα, άλλη μια φορά να τρέχεις από δραστηριότητα σε δραστηριότητα.
Άλλη μια φορά..
Διπλή βάρδια.
Χωρίς ένσημα.
Και ξαφνικά καταλαβαίνω τι εννοούσε η Βίκυ.
Ναι.
Τη μάνα και τη γιαγιά τις καταλαβαίνεις από το πρόσωπο.
Όχι επειδή γέρασαν.
Επειδή αγάπησαν ανθρώπους περισσότερο απ’ όσο κατάφεραν ποτέ να προστατεύσουν τον εαυτό τους από την αγωνία γι’ αυτούς.
Και αυτή η ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια;
Άστην.
Δεν είναι ατέλεια.
Είναι το σημείο όπου τόσα χρόνια μαζεύεται ένα ολόκληρο «να προσέχεις».
Και αυτό, αγάπη μου, δεν το γεμίζεις με υαλουρονικό.
Το έχει ήδη γεμίσει η ζωή.
Παράσημο το λένε…
