Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Τελικά, πόσους “αναντικατάστατους” αντικατέστησες στη ζωή σου;
Γιατί αν το σκεφτείς λίγο καθαρά, θα δεις ότι δεν ήταν και τόσο… αναντικατάστατοι. Ή τουλάχιστον, όχι όσο πίστευες τη στιγμή που έφευγαν. Τότε που έλεγες “αυτός δεν ξαναβρίσκεται”, “αυτό που είχαμε δεν γίνεται ξανά”, “τελείωσα”.
Και μετά; Συνέχισες.
Όχι επειδή δεν πόνεσες. Αλλά επειδή ο άνθρωπος προχωράει ακόμα κι όταν δεν θέλει. Ακόμα κι όταν νομίζει ότι δεν μπορεί. Και κάπου στην πορεία, εκεί που δεν το περιμένεις, έρχεται κάποιος άλλος. Διαφορετικός. Όχι ίδιος. Ποτέ ίδιος. Αλλά αρκετός για να σε κάνει να ξεχάσεις ότι κάποτε είπες “δεν υπάρχει άλλος”.
Και τότε καταλαβαίνεις κάτι που δεν σου αρέσει.
Δεν ήταν αναντικατάστατοι. Ήταν σημαντικοί για εκείνη τη στιγμή της ζωής σου.
Και αυτό πονάει λίγο στον εγωισμό σου. Γιατί θες να πιστεύεις ότι κάποιοι άνθρωποι είναι μοναδικοί, ανεπανάληπτοι, ότι δεν συγκρίνονται. Αλλά η ζωή δεν λειτουργεί έτσι. Η ζωή δεν σταματάει σε κανέναν. Ούτε σε σένα, ούτε σε αυτούς.
Και το πιο σκληρό; Το ίδιο ισχύει και για σένα.
Κάποιος κάποτε σε έλεγε “αναντικατάστατο”. Σε είχε βάλει σε εκείνο το βάθρο που δεν χωράει δεύτερο. Και σήμερα; Προχώρησε. Συνέχισε. Βρήκε άλλον τρόπο να γελάει, να νιώθει, να ζει.
Και δεν σημαίνει ότι δεν ήσουν σημαντικός. Σημαίνει ότι δεν ήσουν το τέλος.
Κανείς δεν είναι.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι αντικαθιστούμε ανθρώπους. Το πρόβλημα είναι ότι ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι δεν αντικαθιστόμαστε. Ότι έχουμε μια θέση μόνιμη στη ζωή κάποιου. Δεν υπάρχει μόνιμο. Υπάρχει μόνο όσο κρατάει.
Και αν το δεις χωρίς ρομαντισμούς, είναι λυτρωτικό.
Γιατί σταματάς να κρατιέσαι από ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή “δεν θα υπάρξει άλλος”. Υπάρχει. Πάντα υπάρχει. Όχι καλύτερος, όχι χειρότερος. Άλλος.
Το θέμα δεν είναι πόσους αντικατέστησες.
Το θέμα είναι πόσες φορές έμεινες ενώ ήξερες ότι είχες ήδη αντικατασταθεί.
Εκεί είναι που πονάει πραγματικά.
