Γράφει η Κατερίνα Μίσσια
Όχι σε όποια κι όποια βροχή. Σε αυτή την παραδεισένια, την καλοκαιρινή. Σ’ αυτή τη βροχή που πέφτει ξαφνικά, μέσα στη φωτιά του καλοκαιριού. Σ’ αυτή που σου ’χει λείψει μέσα στις ζεστές μέρες που καίνε το κορμί σου. Κι έρχεται σαν βάλσαμο στο πυρωμένο χώμα που διψάει. Και μόλις το αγγίξει, εκείνο σκορπάει εκείνη τη μυρωδιά της ζωής. Εκείνη τη μυρωδιά, που σου θυμίζει πως η γη που πατάς καθημερινά πάνω της, είναι ζωντανή. Δεν είναι απλά χώματα…
Σ’αυτή τη βροχή λοιπόν σ’ έχουν φιλήσει ποτέ;
Όχι; Ούτε εμένα. Ποτέ!
Πώς γίνεται; Ούτε εσύ; Ούτε εγώ; Γιατί; Μήπως για να το ζήσουμε μαζί; Μήπως ο Θεός μας το κρατούσε για να μας το χαρίσει;
Έλα καρδιά μου απόψε που έχει δροσίσει, έλα στην αγκαλιά μου και φίλα με. Έλα να βγούμε έξω σ’ αυτή τη βροχή. Να τρέξουμε ξυπόλητοι σαν μικρά παιδιά, που δε φοβούνται να βραχούν.
Θέλω να σε γευτώ. Να γευτώ τα χείλη σου κάτω από τη βροχή. Ν’ αγγίξω το κορμί σου, κάτω από το μουσκεμένο λευκό σου πουκάμισο.
Θέλω να φωνάξω στις σταγόνες πως σ’ αγαπώ κι αν καταφέρεις να τις μετρήσεις θα καταλάβεις το πόσο.
Θέλω να με κρατήσεις σφιχτά στην αγκαλιά σου και να μην καταλάβεις πως κλαίω. Να μην καταλάβεις αν είναι δάκρυα ή βροχή.
Όχι, όχι μη μου στεναχωριέσαι, στο’ χω ξαναπεί. Δάκρυα χαράς είναι. Ναι χαράς γιατί είμαστε εδώ μαζί. Κάτω από την βροχή μαζί!
Κι αυτό που μέχρι τώρα δεν είχαμε ζήσει είναι εδώ…Είμαστε εδώ!
