Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Στην απλότητα χάσαμε την ουσία.
Και δεν το καταλάβαμε ούτε όταν αρχίσαμε να χανόμαστε μέσα στα πολλά. Στα «πρέπει», στα «λίγο ακόμα», στα «να δείξω, να αποδείξω, να χωρέσω». Κάπου ανάμεσα στις υπερβολές και στις φανταχτερές εκδοχές του εαυτού μας, ξεχάσαμε την αλήθεια μας. Ξεχάσαμε τη γεύση της μιας απλής ανάσας, τη ζεστασιά ενός βλέμματος, την αξία ενός ανθρώπου που μιλά χωρίς στόμφο, χωρίς επίδειξη, χωρίς σκοπιμότητα.
Κάποτε τα απλά μάς αρκούσαν. Μια βόλτα, ένας καφές, ένας άνθρωπος που μας έλεγε «είμαι εδώ» και το εννοούσε. Σήμερα χρειαζόμαστε φίλτρα, μεγάλα λόγια, θορύβους. Γεμίζουμε τον χρόνο μας με φασαρία και τον χώρο μας με ανθρώπους που δεν θα μας άντεχαν ούτε για ένα λεπτό στη σιωπή μας. Πνιγήκαμε σε ένα δήθεν που μόνο κουράζει. Και ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί χανόμαστε.
Στην απλότητα χάσαμε την ουσία γιατί φοβηθήκαμε.
Φοβηθήκαμε να φανούμε άδειοι, ευάλωτοι, αληθινοί. Ξεχάσαμε τη δύναμη της καθαρής πρόθεσης, της ήρεμης ψυχής, της λέξης που λέγεται χωρίς να σκέφτεσαι πώς ακούγεται. Βάλαμε πανοπλίες ακόμη κι όταν δεν υπήρχε πόλεμος. Ίσως γιατί δεν αντέχαμε την ιδέα να μας δουν όπως είμαστε: χωρίς επιδείξεις, χωρίς φτιασίδια, χωρίς την ψευδαίσθηση πως «έχουμε τον έλεγχο».
Μα η ουσία δεν χάθηκε. Απλώς θάμπωσε.
Κρύφτηκε κάτω από φορτωμένες μέρες, κάτω από ανθρώπους που δεν έμαθαν ποτέ να ακούν, κάτω από ρόλους που χτίσαμε για να επιβιώσουμε. Και κάποια στιγμή, όταν κουραστούμε από τα πολλά, όταν καταρρεύσει άλλη μια περίτεχνη ψευδαίσθηση, κοιτάμε γύρω μας και συνειδητοποιούμε ότι τίποτα ουσιαστικό δεν είχε ποτέ ανάγκη τις υπερβολές.
Η ουσία ήταν πάντα εκεί.
Στο χάδι.
Στο βλέμμα.
Στην ησυχία δύο ανθρώπων που δεν χρειάζεται να μιλούν για να νιώθουν.
Στο αυθόρμητο.
Στο καθαρό.
Στο λίγο που είχε πάντα μεγαλύτερο βάθος από τα πολλά.
Στην απλότητα χάσαμε την ουσία.
Ίσως ήρθε η ώρα να την ξαναβρούμε.
