Γράφει η Ευαγγελία Αλιβιζάτου
Οι άνθρωποι μιλάμε με τις λέξεις, με το βλέμμα, με τις πράξεις, με το σώμα.
Πριν φύγω, σου μιλώ, σου δίνω κάθε ρανίδα της ψυχής μου,
να την νιώσεις.
Μα εσύ δεν νοιάζεσαι.
Είμαι πάντα ένα βήμα μπροστά, να αντιμετωπίζω την επόμενη πράξη σου, που εσύ θεωρείς δεδομένο ότι θα συγχωρεθεί.
Το βλέμμα αυτό κι αν λέει πολλά.
Απελευθερώνω συναισθήματα με μία ματιά.
Το παλάτι της καρδιάς σου δεν δέχεται επισκέψεις.
Το δυσκολότερο απ’ όλα είναι να αιτιολογήσω την κάθε πράξη σου.
Δεν προλαβαίνεις να τις εξηγήσεις, δεν δείχνεις καν το παραμικρό ενδιαφέρον.
Ούτε τον πόθο σου… κλειδωμένος, σε εκείνο το δωμάτιο που φυλάκισες τα θέλω σου, γιατί έτσι έπρεπε.
Το παρελθόν δεν σε αφήνει να χτίσεις το παρόν.
Για το μέλλον ούτε κουβέντα. Το έχεις προεξοφλήσει, με τα σύννεφα να σχηματίζουν το the end κατακαλόκαιρο.
Όχι, δεν είσαι άπιστος.
Χαμένος στη χρονοκάψουλα του φόβου μένεις.
Της φανταστικής απαισιοδοξίας σου, της γκρεμισμένης αισιοδοξίας, των ουτοπικών φιλοδοξιών.
Το λίγο “εγώ” που χρειάζεται να γίνει “εμείς”.
Το άτρωτο του χαρακτήρα σου, που θάβεις ακόμα πιο βαθιά και ποτέ δεν αγγίζει ανθρώπινη αγκαλιά.
Γι’ αυτό λοιπόν σου χαρίζω τον μικρόκοσμο που τόσο αγαπάς.
Και μου χαρίζω την ελευθερία, που τόσο έχω ανάγκη, μήπως με σεβασμό πετάξω στο αλλιώτικο.
Σε εκείνο το βοριαδάκι που, αντί για ζακέτα, θα φορέσω το χάδι και θα πω:
“Ευχαριστώ που ζω.”
