Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Υπάρχουν που λες, εκείνοι οι σπάνιοι, που δεν έμαθαν ποτέ να παίρνουν.. όχι από ανωτερότητα. Από εκπαίδευση. Από νωρίς. Τους φόρεσαν την ταμπέλα του «καλού παιδιού», του «ώριμου», του «δυνατού». Και μαζί, χωρίς να τους ρωτήσουν, τους φόρεσαν και το καθήκον: να δίνουν. Να αντέχουν. Να φροντίζουν. Να καταπίνουν.
Μεγάλωσαν μαθαίνοντας πως η αγάπη αποδεικνύεται μόνο με προσφορά. Πως αν κουραστείς είσαι αδύναμος. Αν ζητήσεις είσαι βάρος. Αν πεις «δεν μπορώ άλλο» είσαι υπερβολικός. Έμαθαν να νιώθουν ενοχές όταν χρειάζονται. Να ντρέπονται για την κούρασή τους. Να ζητούν συγγνώμη που υπάρχουν.
Και έδωσαν. Πολύ. Παραπάνω απ’ όσο είχαν. Παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Έδωσαν χρόνο, κατανόηση, σώμα, ψυχή. Σε ανθρώπους που δεν ήξεραν τι να κάνουν με την αγάπη εκτός από το να τη χρησιμοποιούν. Σε κισσούς που τυλίχτηκαν γύρω τους όχι από έρωτα, αλλά από ανάγκη. Από βόλεμα. Από πείνα.
Τους πούλησαν ψίγματα. Λίγα λόγια. Μισή παρουσία. Κάτι «είμαι εδώ», χωρίς βάθος. Κι εκείνοι τα πήραν. Όχι γιατί τους έφταναν. Αλλά γιατί είχαν ξεχάσει πώς μοιάζει το ολόκληρο. Γιατί κανείς δεν τους έμαθε ποτέ πώς είναι να σε αγαπούν χωρίς να πληρώνεις με τον εαυτό σου.
Και μετά ήρθαν κι άλλοι πωλητές, που τους έδωσαν το “πολύ” τους, χωρίς να τους πουν ποτέ το αντίτιμο. Χωρίς να τους πουν πως το “πολύ” τους, σήμαινε γραμμάτιο χωρίς λήξη και διαρκώς χρεωμένο στο βόλεμα.
Κάπου στη διαδρομή άδειασαν. Όχι θεαματικά. Ύπουλα. Σιγά σιγά. Μέχρι που μια μέρα κατάλαβαν ότι δεν θυμούνται πια πώς είναι να τους νοιάζονται. Να τους ρωτούν. Να τους κρατούν χωρίς όρους. Έμαθαν μόνο να είναι χρήσιμοι. Και η χρησιμότητα δεν έχει αγκαλιά. Έχει μόνο απαιτήσεις.
Και τότε έρχεται η ρήξη. Όχι με φωνές. Με σιωπή. Σταματούν να δίνουν εκεί που δεν υπάρχει ανταπόδοση. Σταματούν να εξηγούν. Σταματούν να σώζουν. Και οι άλλοι θυμώνουν. Γιατί τους είχαν δεδομένους. Γιατί τους μπέρδεψαν με πηγή που δεν στερεύει.
Αλλά άκου κάτι σκληρό.
Η αγάπη που σε αδειάζει δεν είναι αγάπη. Είναι κακοποίηση με ωραίο περιτύλιγμα.
Και η φροντίδα που δεν επιστρέφει δεν σε κάνει καλό άνθρωπο. Σε κάνει αόρατο.
Και το νοιάξιμο με αντίτιμο το βόλεμα, δεν είναι νοιάξιμο, είναι συναλλαγή.
Η αγάπη που σε πνίγει γιατί φοβάται πως αν πάρεις ανάσα θα ελευθερωθείς, δεν είναι αγάπη.
Αν είσαι ένας από αυτούς, ήρθε η ώρα.
Όχι να σκληρύνεις.
Να σταματήσεις να χαρίζεσαι σε ανθρώπους που σε χρειάζονται μόνο όσο δίνεις. Να σταματήσεις να σκορπίζεσαι εκεί που δεν ανήκεις. Να σταματήσεις να συμβιβάζεσαι από οίκτο και φόβο.
Δεν γεννήθηκες για να είσαι θυσία.
Γεννήθηκες για να αγαπηθείς ολόκληρη.
Και όχι με ψίχουλα.
