Γράφει η Νένα Παπαδοπούλου
Ήθελες να φύγεις και έφυγες…
Έφυγες από την σχέση μας, αλλά δεν κατάφερες ακόμα να φύγεις από την ζωή μου.
“Η επιλογή είναι δική μου” , είπες… “Θέλω να χωρίσουμε για να προχωρήσω επαγγελματικά. Θέλω να φύγω μακριά και να με ξεχάσεις για πάντα.”
Προσπάθησα να σε μεταπείσω με όλους τους τρόπους που μπορούσα αλλά δεν με άκουγες.
Είχες κλείσει το διακόπτη των συναισθημάτων σου και αποφάσισες με το μυαλό.
Έτσι έκανες πάντα. Η λογική σου κάλυπτε τα συναισθήματα. Και εγώ; Εγώ πάντα ένιωθα ανασφάλεια. Ένιωθα σαν ένα πούπουλο που αγαπάς και προσέχεις αλλά με ένα φύσημα μπορεί να βρεθεί σε άλλο μπαλκόνι, σε άλλο σπίτι, σε άλλη ζωή.
Μόνη πια με μια καρδιά γεμάτη από σένα.
Μέσα μου το ήξερα και το περίμενα. Δεν την άντεχες την αγάπη.
Η πιο άσχημη εικόνα; Η βαλίτσα σου πάνω στο κρεβάτι μας. Ανοιχτή να μαζεύει μία μία όλες μας τις αναμνήσεις. Και όσο εσύ τις έβαζες μέσα εγώ καθόμουν σε μια γωνιά να τις κοιτάω, να τις ξαναζώ και να ελπίζω σε μια ανάσταση. Δεν με κοιτούσες, δεν μιλούσες, μόνο μάζευες. Γρήγορα και σιωπηλά σαν το μαχαίρι που καρφώνεται και βγαίνει σιγά σιγά το αίμα από την πληγή μέχρι τη στιγμή που θα το τραβήξει κάποιος απότομα και θα πλημμυρίσει με το βαθύ κόκκινο χρώμα του όλη τη σκηνή.
Μια τέτοια σκηνή βίωνα και εγώ. Ενός φόνου μιας αγάπης που δεν σου άξιζε. Δεν σου άξιζε γιατί εσύ είχες τακτοποιημένα τα κουτάκια στο μυαλό σου και τίποτα δεν ξέφευγε από αυτά. Ένα τέτοιο κουτάκι ήμουν και εγώ , που τώρα οδηγήθηκε σε ένα κάδο σκουπιδιών γιατί εμπόδιζε τα άλλα.
Έφυγες από το δωμάτιο για να μαζέψεις τα υπόλοιπα πράγματα σου από το μπάνιο. Τότε το βλέμμα μου έπεσε πάνω του. Σαν να με φώναζε, πάνω πάνω στη βαλίτσα το μαύρο εκείνο φούτερ σου. Το φούτερ που σου πήρα δώρο τη μέρα που μπήκαμε σε αυτό το σπίτι. Τη μέρα που ξεκίνησε αυτό το όνειρο που τώρα έσβηνε πίσω από ένα “φεύγω”. Είχε πάνω του αποκαΐδια από τον έρωτα μου για σένα και δεν άντεχε να είναι εκεί μέσα.
Το πήρα στη αγκαλιά μου και μύριζε το άρωμα σου. Ήταν φορεμένο και ξεχασμένο σε μια ντουλάπα. Βλέπεις δεν σου άρεσαν ποτέ τα φούτερ. Για χάρη μου το φορούσες στις ελάχιστες κυριακάτικες βόλτες μας. Το έκρυψα κάτω από το πάπλωμα ανάμεσα στα δύο μαξιλάρια μας. Ήθελα να το έχω εκεί για τις δύσκολες μέρες που θα ακολουθούσαν.
Ήθελα να σε κρατήσω εδώ. Να σε μυρίζω, να σου μιλάω, να σε βρίζω, να σε πετάω και μετά να σε σφίγγω στην αγκαλιά μου.
Η βαλίτσα έκλεισε και το βλέμμα σου γύρισε προς τα μένα. Δε μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Ο θυμός και ο πόνος είχαν γίνει ένα μέσα μου. Δεν ήξερα πως να αντιδράσω, δεν ήθελα να αντιδράσω. Κούνησα το κεφάλι και σκούπισα τα δάκρυα.
Δεν είπες τίποτα απλά μου έκλεισες το μάτι σαν να μου έλεγες “όλα θα πάνε καλά” και γύρισες την πλάτη.
Η πόρτα έκλεισε και ο κρότος της ήταν το μαχαίρι που μόλις βγήκε από την πληγή. Μάτωσα, πόνεσα, δεν ανέπνεα σχεδόν.
Ήθελα να ουρλιάξω, ήθελα να τα σπάσω όλα, ήθελα να τρέξω πίσω σου, ήθελα να κλάψω, ήθελα να μην είναι αλήθεια! Δεν ήθελα να φύγεις…
Ξάπλωσα στο μαξιλάρι σου, φόρεσα το φούτερ σου και έκλαψα πολύ. Έκλαψα για το όνειρο που έγινε αέρας, για την αγάπη μου που πέταξε σαν πούπουλο σε άλλη γειτονιά και για τα κουτάκια σου που με πέταξαν σαν σκουπίδι.
Εσύ έφυγες και εγώ δεν θα σου λείψω. Εγώ έμεινα μόνη και εσύ μου λείπεις ήδη.
Παρηγοριά πλέον το μαύρο φούτερ. Το φούτερ σου που έμεινε εδώ θαρρείς και το είχα κάνει δώρο σε μένα τελικά. Είναι εδώ για να μου κάνει συντροφιά όποτε θέλω να σε νιώσω. Στο έκλεψα για να σε κρατήσω μαζί μου, να σε μυρίζω, να σου μιλάω αλλά κυρίως για να το φοράω και να με αγκαλιάζει όταν κοιμάμαι όπως έκανες εσύ. Ίσως τελικά αυτή η αγκαλιά να είναι πιο αληθινή και από την δική σου.
Καλό ταξίδι στην καινούργια τσιμεντένια σου ζωή!
