Γράφει η Γεώρα
«Ντύσου πρόχειρα και βγάλε το κραγιόν σου! Πες, ο έρωτας πως είμαι ο παιδικός σου!» έτσι της είπε.
Με το καθαρό του βλέμμα την κοιτούσε στα μάτια, με την αυτοπεποίθηση πως την ήθελε στη ζωή του πάση θυσία, με την ελπίδα πως θα τον επιλέξει. Θα επιλέξει εκείνον και όχι τους φόβους της, τα τραύματα του παρελθόντος, τις πληγές άλλων που την έκαναν να κρυφτεί σαν χελώνα μέσα στο καβούκι της.
Ήθελε να μάθει τα πάντα για κείνη, από τα πιο μικρά και ασήμαντα, που αυτά διαφοροποιούν και έχουν την περισσότερη σημασία για τον κάθε άνθρωπο, μέχρι τα πιο σημαντικά και μεγάλα.
Ήθελε να μάθει πώς πίνει τον καφέ της, τι σνακ επιλέγει, γιατί χαμογελάει σαν παιδί όταν βρέχει, τι στυλ ντυσίματος προτιμάει, αν μισεί τον χειμώνα και αγαπάει το καλοκαίρι ή το αντίστροφο, αν έχει χώρο η καρδιά της για εκείνον.
Ήθελε να είναι στις ταχείες κλήσεις της, ο άνθρωπος που θα σκεφτεί να πάρει χωρίς δισταγμό σε μια επείγουσα κατάσταση ανάγκης. Ήθελε όμως να είναι και πάλι η πρώτη της επιλογή όταν απλά θα ήθελε να πει πως είχε μία τέλεια μέρα σήμερα, πως πέρασε υπέροχα ή πως δεν την πάλευε άλλο γιατί πήγαν όλα στραβά σήμερα.
Ήθελε να γίνει το καταφύγιό της, να χωράει να κρυφτεί στην αγκαλιά του, να κάνει σαν έφηβη όταν τον βλέπει από τη χαρά της.
Ήθελε… κυρίως εκείνη.
Με τα σωστά και τα λάθη της, τις ανασφάλειές της, τα όνειρά της και τα δυνατά θέλω της.
Για πρώτη φορά στη ζωή του, ήθελε να παλέψει να έχει έναν άνθρωπο στη ζωή του. Και ποιον άνθρωπο; Εκείνη που του έβγαλε μία πλευρά του εαυτού του που τρόμαζε να κοιτάξει. Είδε την ευαίσθητη πλευρά του, έκλαψε σαν μικρό παιδί μπροστά της, έβγαλε αυτή την τεράστια πανοπλία των στερεοτύπων, κάτι που πέρασαν ως σωστό, οι άντρες δεν κλαίνε, δεν νιώθουν.
Κι όμως, εκείνη κατάφερε να σπάσει όλα εκείνα που τον βάραιναν. Τα «πρέπει» μιας καθώς πρέπει κοινωνίας που απλά κάνει τον κόσμο με ψυχοσωματικά και κατάθλιψη.
Ήθελε αυτόν τον ήλιο στη ζωή του και να γίνει κι εκείνος ήλιος στη δική της.
Ήθελε να είναι σαν τους παιδικούς έρωτες. Αγνοί, ευαίσθητοι, φωτεινοί.
