Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Προλάβαμε τον χρόνο.
Όχι γιατί ήμασταν έτοιμοι, αλλά γιατί η ψυχή μας φώναζε πως δεν υπήρχε πια χώρος για άλλη φθορά.
Δεν ήταν απόφαση που πήραμε ήρεμα, ούτε με χαμόγελο. Ήταν από εκείνες που σε ξεριζώνουν, αλλά ξέρεις πως αν αργήσεις κι άλλο, θα έχεις αφήσει το χειρότερο κομμάτι του εαυτού σου πίσω.
Δεν θέλαμε να σπαταλήσουμε κι άλλη ζωή.
Κι ας έλεγαν οι άλλοι ότι αξίζει να παλεύεις μέχρι τέλους. Υπάρχει και το τέλος που δεν είναι νίκη, είναι ήττα. Εκείνο που αφήνεις το λίγο που σου έμεινε να το καταπιεί ο πόνος.
Δεν το αντέχαμε αυτό. Ξέραμε πια πως ο χρόνος δεν επιστρέφει και πως οι μέρες που δίνεις σε λάθος αγκαλιές, γίνονται σκουριασμένες ανάσες που σου βαραίνουν το στήθος.
Κάποτε, νομίζαμε πως η αγάπη είναι αρκετή.
Πως αρκεί να θες και να μένεις.
Αλλά η αγάπη, χωρίς σεβασμό, χωρίς φροντίδα, χωρίς αλήθεια, γίνεται φυλακή.
Και μέσα της μαραίνεται ό,τι όμορφο κουβαλάς.
Δεν ήθελα να με βλέπω να μικραίνω για να χωρέσω. Δεν ήθελα να γίνομαι σιωπή για να μην ενοχλώ.
Ήθελα να θυμάμαι πως όταν δίνω, δεν χάνω εμένα.
Φύγαμε πριν χαθούμε ολόκληρα.
Πριν γίνει το «μαζί» συνήθεια που βρωμάει αδιαφορία.
Πριν το «σ’ αγαπώ» γίνει μια φράση που λες από υποχρέωση.
Πριν κλείσουν οι πόρτες μέσα μας και μείνουμε ξένοι σε ένα σπίτι που κάποτε γέμιζε γέλια.
Προλάβαμε τον χρόνο. Και αυτή ήταν η πιο δύσκολη και η πιο τίμια απόφαση.
Γιατί δεν τη νιώθεις σαν νίκη. Σου μοιάζει με απώλεια.
Μόνο που, βαθιά μέσα σου, ξέρεις πως είναι σωτηρία.
Σωτηρία από το να δεις τον εαυτό σου να σβήνει λίγο λίγο, μέρα τη μέρα.
Σωτηρία από το να συνηθίσεις τη μιζέρια, μέχρι να την ονομάσεις «ζωή».
Κι αν κάτι έμαθα από όλα αυτά, είναι πως καμία αγάπη δεν αξίζει να σου κλέβει τον εαυτό σου.
Όσο κι αν πονάει, όσο κι αν φοβάσαι την επόμενη μέρα, να φεύγεις πριν ο χρόνος γίνει εχθρός.
Γιατί η ζωή είναι λίγη. Και κανείς δεν σου την επιστρέφει.
