Γράφει η Μαριάννα Βασιλείου
Είμαι κι εγώ που μου έλειψαν οι εφηβικοί έρωτες, τα ραβασάκια κάτω απ’ τα θρανία και τα μικρά, αυθεντικά «σ’ αγαπώ» χορεύοντας μπλουζ κάτω από τον έναστρο ουρανό. Όλο αυτό το σκηνικό ίσως θυμίζει μελό ρομαντική κομεντί, αλλά έστω και έτσι, σε όλους μας λείπει κάπου κάπου λίγο παραμύθι. Γιατί έχουμε γυρίσει στην εποχή του κυνισμού· έχει χαθεί ο ρομαντισμός, κι όλα έχουν γίνει λίγο-πολύ μια αρπαχτή. Κάπου μέσα μας χαθήκαμε σε εύκολες λύσεις και ακόμη πιο εύκολες εξαφανίσεις.
Μα πού πήγαν εκείνοι οι τρελοί έρωτες, οι παθιασμένοι που σάρωναν τα πάντα στο πέρασμά τους, κι όσο κι αν περνούσαν τα χρόνια, έμεναν πάντα ανεξίτηλοι; Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι άνθρωποι σήμερα έχουν χωθεί μπροστά από μια οθόνη και από μια εικόνα, και δεν αισθάνονται πια. Έχουν γίνει, με λίγα λόγια, ζωντανοί νεκροί, ανυπόφοροι μέσα στις ίδιες τις ζωές τους.
Γι’ αυτό, κάποιες φορές σκέφτομαι ότι αν μπορούσα να σου πω πώς νιώθω, ίσως να μην έχανα την ελπίδα, ακόμη και για τον ίδιο μου τον εαυτό, ακόμα κι αν ήξερα πως στο τέλος θα απέρριπτες κάθε επαφή μαζί μου. Ήσουν τόσο χαριτωμένος μέσα στην άγνοιά σου, και πάντα τόσο όμορφος μέσα στην απροσιτότητά σου. Δεν πειράζει, ίσως να μην ήταν τελικά γραφτό για εμάς, γιατί εσύ ποτέ δεν έβλεπες αρκετά καλά, κι εγώ ποτέ δεν τολμούσα αρκετά για να μη χαθώ.
Πήγαινα πάντα εκ του ασφαλούς, εκεί που λογικά θα πονούσε λιγότερο, και έτσι ήμουν πάντα μισή, ποτέ ολόκληρη, και περίμενα να συμβεί κάτι διαφορετικό. Αλλά ίδιοι άνθρωποι, ίδιες συμπεριφορές, και πάντα τα ίδια ψέματα. Και κάπως έτσι κατέληξα ότι, αν δεν έχεις αγαπήσει σε αυτή τη ζωή, δεν είσαι τίποτα. Ο κόσμος υπάρχει μόνο όταν τον μοιράζεσαι, έλεγε ένας σπουδαίος ποιητής. Στο κάτω κάτω, αυτό έχει αξία: να μοιράζεσαι τη ζωή, να αγαπάς και να αγαπιέσαι.
Κι αν μια μέρα έχανα το μέτρο και σου μιλούσα, εάν σου έγραφα ένα μικρό ραβασάκι, όπως όταν ήμασταν έφηβοι, κι αν δεν φοβόμουν τόσο πολύ να μη χάσω κι αυτή τη φορά, ίσως και να ήταν μια επανάσταση όλο αυτό, σε έναν κόσμο γεμάτο δειλούς ανθρώπους που ζουν μαζί από συνήθεια. Ανθρώπους που βρίσκονται για λίγο και δεν κρατούν για πολύ.
Δεν έχει σημασία τι θα γίνει, αν εμείς θα τα βρούμε ή αν εγώ σε ήθελα από πάντα κι εσύ όχι. Αυτό που έχει σημασία είναι να βρίσκει κανείς αυτό που του ταιριάζει, το αυθεντικό του. Και να μιλάμε, ακόμη κι αν πονάει. Να λέμε αλήθειες. Κι όταν έρθει η ώρα να φύγουμε, να φεύγουμε ντόμπρα, όχι πισώπλατα και μουλωχτά. Αυτοί που έχουν μπέσα, και αυτοί που κάποτε μας αγάπησαν, στο τέλος δείχνουν ποιοι είναι, με την ευθύτητα και την αλήθεια τους. Οι ψεύτικοι μας τελειώνουν γρήγορα και φεύγουν όπως ήρθαν — στα μουλωχτά κι από την πίσω πόρτα.
Γι’ αυτό μην μασάτε, κάντε μια τρέλα απόψε!
Η ζωή είναι τόσο μικρή για να χάνουμε κι άλλο χρόνο.
Και περνάει γρήγορα για να ζούμε με συναισθηματικά ψίχουλα και με μόνιμα μη διαθέσιμους ανθρώπους!
