Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Παράξενο πράγμα η μνήμη.
Δεν είναι απλώς κάτι που θυμάσαι. Είναι κάτι που σε κρατάει.
Την κουβαλάς και σε κουβαλάει. Σαν να έχετε κάνει μια σιωπηλή συμφωνία. Να μην ξεχάσεις. Να μην ξεφύγεις. Να μην πας πολύ μακριά από όσα σε σημάδεψαν.
Κάποιες μέρες γίνεται καύσιμο. Σε σπρώχνει. Σε πάει μπροστά. Σου θυμίζει τι άντεξες, τι πέρασες, τι δεν θέλεις να ξαναζήσεις. Και πατάς πάνω της για να προχωρήσεις. Σαν να πατάς σε παλιά κομμάτια σου που δεν υπάρχουν πια.
Κι άλλες μέρες σε σταματάει.
Σε τραβάει πίσω χωρίς προειδοποίηση. Με μια μυρωδιά, μια λέξη, ένα τραγούδι που έπαιξε τυχαία. Και ξαφνικά δεν είσαι εδώ. Είσαι εκεί. Στο τότε. Στο ίδιο σημείο, με τα ίδια συναισθήματα, με την ίδια ένταση.
Και παγώνεις.
Γιατί η μνήμη δεν έχει χρόνο. Δεν καταλαβαίνει από “πέρασε”. Δεν σβήνει επειδή το θέλεις. Δεν φεύγει επειδή προχώρησες. Κάθεται μέσα σου και περιμένει τη στιγμή να εμφανιστεί.
Και όταν το κάνει, δεν ζητάει άδεια.
Σε γυρίζει πίσω σε ανθρώπους που δεν είναι πια εκεί. Σε εκδοχές του εαυτού σου που δεν αναγνωρίζεις. Σε στιγμές που νόμιζες ότι είχες αφήσει πίσω.
Αλλά δεν τις άφησες.
Τις πήρες μαζί σου.
Κι αυτό είναι το πιο παράξενο. Δεν θυμάσαι μόνο ό,τι πόνεσε. Θυμάσαι και ό,τι σε έκανε να νιώσεις ζωντανός. Κι εκεί μπλέκεται το πράγμα. Γιατί δεν ξέρεις αν θέλεις να το κρατήσεις ή να το ξεχάσεις.
Και τελικά δεν κάνεις ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Απλώς μαθαίνεις να ζεις με αυτό.
Να κουβαλάς χωρίς να λυγίζεις. Να θυμάσαι χωρίς να γυρίζεις πίσω. Να δέχεσαι ότι ό,τι έζησες έγινε μέρος σου, είτε το θέλεις είτε όχι.
Γιατί από τη μνήμη δεν ξέφυγε κανείς.
Κι ίσως δεν είναι αυτό το ζητούμενο.
Ίσως το ζητούμενο είναι να μην σε κρατάει εκεί.
Να την έχεις, αλλά να μην σε έχει.
Και αυτό δεν γίνεται εύκολα.
Αλλά γίνεται.
