Γράφει η Αστέρω
Υπάρχουν βράδια που δεν εξηγούνται. Που ξεκινούν ήσυχα. Ένα δωμάτιο συνηθισμένο, δύο άνθρωποι, μια απόσταση που φαίνεται σταθερή κι όμως κάπου ανάμεσα τους ο αέρας αλλάζει σύσταση. Δεν το καταλαβαίνεις με τη λογική. Το καταλαβαίνει πρώτα ο χτύπος της καρδιάς.
Δεν είναι αυτό που βλέπουμε στις ταινίες. Δεν υπάρχει δραματική στιγμή, δεν υπάρχει φράση που να σπάει τη σιωπή. Η αλήθεια είναι ότι η σιωπή δε σπάει. Γεμίζει. Σιγά-σιγά σαν νερό που ανεβαίνει, και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι το δωμάτιο είναι διαφορετικό από ό,τι ήταν πριν από δέκα λεπτά, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα ορατό.
Αρχίζει από τα μικρά. Ένα βλέμμα που επιτέλους ήρθε. Μια κίνηση που δε βιάζεται να τελειώσει. Μια ανάσα που αλλάζει ρυθμό όταν ο ένας μικραίνει την απόσταση έστω και μισό βήμα. Το σώμα ξέρει αυτό που είχε παραδεχτεί το μυαλό. Κι αυτή η καθυστέρηση, αυτή η χαραμάδα ανάμεσα στο «παραδέχομαι» και το «νιώθω», είναι το πιο ερωτικό διάστημα που υπάρχει.
Η συνάντηση έχει μέσα της όλη την υπομονή που προηγήθηκε. Δεν είναι βιαστική γιατί δε χρειάζεται να είναι. Άλλωστε αυτή η «συνάντηση» έχει ήδη αρχίσει πολύ πριν, με τρόπους που δεν αφήνουν ίχνη αλλά αλλάζουν τα πάντα. Άγγιγμα που βρίσκει τον δρόμο του σαν να την ήξερε. Μια κίνηση που ρωτά χωρίς να μιλά, κι ο άλλος απαντά με το ίδιο νόμισμα. Αυτή η αμοιβαία γλώσσα. Σιωπηλή, ακριβής, πάντα σαν πρώτη φορά, είναι αυτό που κάνει τα όρια ανάμεσα σε δύο σώματα να γίνονται ξαφνικά αόριστα.
Υπάρχει μια παράξενη ηρεμία μέσα στην ένταση. Όχι απουσία έντασης αλλά παρουσία ηρεμίας μέσα σε αυτή. Σαν να έχεις βρει τελικά τον ρυθμό κάποιου άλλου και να τον ακολουθείς χωρίς να χρειάζεται να σκεφτείς. Δεν είναι απώλεια ελέγχου. Είναι κάτι πιο σπάνιο. Η εκούσια εγκατάλειψή του.
Κάποια στιγμή ο χρόνος σταματά να μετριέται με λεπτά. Μόνο με στιγμές. Πυκνές, αργές, απόλυτες στιγμές που δε χωράνε σε λόγια ακριβώς επειδή είναι γεμάτες από εκείνον.
Κι όταν όλα ηρεμούν, η σιωπή που μένει είναι διαφορετική. Πιο ζεστή. Πιο οικεία. Σαν ο χώρος να έμαθε να σάς χωράει αλλιώς.
Τα βράδια αυτά δεν τα αφηγείσαι. Τα κουβαλάς. Κάπου κάτω από το δέρμα, εκεί που δε φτάνουν οι λέξεις.
