Γράφει ο Αλέξανδρος Παπακωνσταντίνου
Υπήρξες όλα αυτά που δεν έπρεπε να θέλω.
Αλλά τα ήθελα.
Με κάθε ανάσα, με κάθε σιωπή που έσκαγε μέσα μου σαν κραυγή.
Και μην μπερδευτείς… Δεν ήταν πόθος.
Ήταν εκείνη η ακατέργαστη, σχεδόν άρρωστη επιθυμία να σε διαλύσω απ’ την ένταση.
Να σε νιώσω να ξεφεύγεις απ’ τον έλεγχο.
Να μη με φοβάσαι. Να μη με σέβεσαι.
Να παραδίνεσαι.
Αλλά εσύ ήσουν αλλού.
Πάντα ήσουν αλλού.
Με κοίταγες μ’ εκείνο το μισό βλέμμα που λέει «ίσως».
Μ’ εκείνο το χαμόγελο που σερβίρει υποσχέσεις αλλά δεν κρατάει καμία.
Κι εγώ, ανόητος ή ερωτευμένος — ακόμα δεν έχω αποφασίσει — έκανα τα πάντα για να σ’ έχω.
Όχι για να σ’ εντυπωσιάσω.
Αλλά για να σου αποδείξω πως δεν φοβάμαι να βουτήξω.
Πως, όταν αγαπώ, δεν το κάνω για να περάσει η ώρα.
Ήμουν εκεί, ολόκληρος.
Κι εσύ ήσουν εκεί, μισή.
Σου χάρισα την πλήρη εκδοχή μου και το μόνο που έκανες ήταν να κοιτάς έξω απ’ το παράθυρο.
Σαν να περίμενες κάτι καλύτερο.
Κάποιον πιο “βολικό”, πιο “έξυπνο”, πιο “σωστό”.
Αυτό δεν ήταν έρωτας.
Ήταν ένας μονόλογος που νόμιζε πως είχε κοινό.
Κι όταν πια σταμάτησα να προσπαθώ — όταν έφυγα από εσένα μέσα μου —
δεν άλλαξε τίποτα γύρω.
Μόνο μέσα μου έγινε κόλαση.
Γιατί ξέρεις τι είναι χειρότερο απ’ το να μην σ’ αγαπάει κάποιος;
Να σ’ αγαπάει με το μισό του.
Να δίνει λίγο και να απαιτεί όλα.
Δεν ήταν ότι δεν μ’ ήθελες.
Ήταν ότι δεν με ήθελες αρκετά.
Κι αυτό πονάει πιο πολύ απ’ το να μην ήθελες καθόλου.
