Γράφει ο Νίκος Θεοδωρίδης
Πάντα ήταν εύκολο να δείχνουμε με το δάχτυλο εκείνον που φεύγει. Να τον βολεύουμε στη θέση του «κακού», του άκαρδου, του δειλού. Λες και το αντίο είναι πράξη προδοσίας κι όχι πράξη ξεκάθαρης αλήθειας. Λες και αυτός που λέει το τέλος είναι αυτόματα και αυτός που δεν αγάπησε. Μα εσύ ξέρεις βαθιά μέσα σου πως δεν είναι έτσι.
Κανείς δεν σηκώνεται ένα πρωί και φεύγει από μια σχέση που τον γέμιζε. Κανείς δεν πατάει την πόρτα ελαφρά τη καρδία. Για να φτάσει ένας άνθρωπος στο σημείο να κλείσει πίσω του μια ζωή, πρώτα έχει κλείσει χιλιάδες εσωτερικές πόρτες. Έχει μείνει νύχτες άυπνος, έχει κάνει λογαριασμούς, έχει μαζέψει κομμάτια, έχει μιλήσει, έχει σωπάσει, έχει ξοδευτεί μέχρι το κόκκαλο. Έχει μείνει όταν κανείς δεν θα έμενε, κι αυτό δεν το ξέρει κανείς.
Κι όμως, μόλις πει το «ως εδώ», φοράει ξαφνικά την ταμπέλα του «άκαρδου». Κι αυτός που μένει πίσω, βαφτίζεται θύμα. Εύκολο, βολικό, κοινωνικά κατανοητό. Μόνο που δεν είναι αλήθεια. Γιατί ο άνθρωπος που τολμά να τελειώσει κάτι που πεθαίνει, είναι αυτός που είχε το κουράγιο να δει την πραγματικότητα χωρίς φίλτρα. Είναι αυτός που άντεξε μέχρι να μην αντέχει άλλο. Είναι αυτός που πήρε πάνω του το βάρος που ο άλλος δεν μπόρεσε καν να αντικρίσει.
Υπάρχουν πολλοί που περιμένουν από τον άλλον να πει το αντίο, γιατί φοβούνται τις συνέπειες, τις ευθύνες, τα βλέμματα. Κρύβονται πίσω από τη σιωπή, από τη συνήθεια, από το «ίσως κάτι αλλάξει». Μα αυτός που φεύγει συνειδητά, δεν κρύφτηκε. Πόνεσε, ζύγισε, λύγισε. Κι όταν μπήκε σπίτι του και έκλεισε την πόρτα, δεν πανηγύρισε. Πνίγηκε στους λυγμούς του.
Ο αδύναμος δεν είναι αυτός που φεύγει.
Ο αδύναμος είναι αυτός που μένει από φόβο.
Ο δυνατός είναι αυτός που ξέρει πότε να αποχωρήσει.. κι ας τον δείχνουν όλοι σαν «τον κακό».
