Γράφει ο Γιώργος Λυμπεράκης
Ο έρωτας δεν τελειώνει τόσο εύκολα όσο νομίζουμε. Δεν σβήνει με έναν καυγά, ούτε με μια βαριά κουβέντα που ειπώθηκε πάνω στον θυμό. Δεν εξαφανίζεται την ημέρα που δυο άνθρωποι αποφασίζουν ότι δεν μπορούν πια να συνεχίσουν μαζί.
Αυτό που τελειώνει συνήθως είναι οι άνθρωποι.
Κουράζονται. Πληγώνονται. Σταματούν να παλεύουν. Κάποια στιγμή η καθημερινότητα βαραίνει περισσότερο από την επιθυμία. Τα λάθη αρχίζουν να μετράνε περισσότερο από τις στιγμές που κάποτε τους ένωσαν.
Και κάπου εκεί αρχίζει η φθορά.
Δεν γίνεται απότομα. Δεν υπάρχει ένα σημείο που να λες «εδώ χάθηκε». Είναι πιο ύπουλο από αυτό. Είναι μικρές αποστάσεις που μεγαλώνουν χωρίς να το καταλάβεις. Λιγότερα βλέμματα. Λιγότερη υπομονή. Λιγότερη ανάγκη να εξηγήσεις τι νιώθεις.
Κάποτε μιλούσατε για ώρες. Μετά αρχίσατε να σωπαίνετε.
Κάποτε ένα άγγιγμα αρκούσε για να ηρεμήσει τα πάντα. Μετά άρχισε να μοιάζει ξένο.
Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, ο έρωτας δεν φεύγει αμέσως. Μένει εκεί, πεισματικά. Σαν μια παλιά φωτιά που δεν καίει πια δυνατά αλλά ακόμη ζεσταίνει αν πλησιάσεις αρκετά.
Γι’ αυτό και ο χωρισμός δεν είναι ποτέ καθαρός.
Δεν φεύγεις απλώς και τελειώνουν όλα. Παίρνεις μαζί σου κομμάτια του άλλου. Ένα γέλιο που θυμάσαι ξαφνικά. Μια μυρωδιά που σε σταματά στον δρόμο. Μια φράση που ακούς κάπου και σου θυμίζει πώς ήταν όταν όλα ήταν ακόμη ζωντανά.
Ο έρωτας δεν τελείωσε.
Απλώς δεν άντεξαν οι άνθρωποι που τον κρατούσαν.
Κάπου χάθηκαν μέσα στον φόβο, στον εγωισμό, στις σιωπές που έγιναν πιο βαριές από τις εξηγήσεις. Κάπου άφησαν τον χρόνο να τους απομακρύνει λίγο λίγο, μέχρι που βρέθηκαν να στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλον σαν ξένοι.
Και τότε τελείωσαν.
Όχι γιατί δεν υπήρχε πια συναίσθημα. Αλλά γιατί κάποια στιγμή, όσο κι αν υπάρχει αγάπη, χρειάζεται και δύναμη για να μείνει ζωντανή.
Και δεν την έχουν όλοι.
