Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Δεν μου λείπεις όταν είμαι μόνος.
Τη μοναξιά την έχω μάθει. Ξέρω να γυρνάω σπίτι, να πετάω τα κλειδιά στο τραπέζι, να ανοίγω την τηλεόραση χωρίς να την κοιτάω και να τρώω ό,τι βρω όρθιος στην κουζίνα. Ξέρω να κοιμάμαι στη μέση του κρεβατιού και να μη με ενοχλεί κανείς.
Δεν μου λείπεις όταν όλα πάνε στραβά.
Εκεί, κάπως, σφίγγω τα δόντια. Βρίζω λίγο, κλείνομαι, το περνάω. Δεν έχω μάθει να ζητάω εύκολα βοήθεια. Ούτε από εσένα είχα μάθει να τη ζητάω, αν είμαστε ειλικρινείς.
Μου λείπεις όταν μου συμβαίνει κάτι καλό.
Όταν κλείνω μια δουλειά που ήθελα και το πρώτο μου ένστικτο είναι να σου στείλω φωτογραφία από την οθόνη. Όταν ακούω ένα τραγούδι στο αυτοκίνητο και γελάω μόνος μου, γιατί ξέρω ότι θα έλεγες κάτι ειρωνικό ακριβώς στο ρεφρέν.
Μου λείπεις όταν βρίσκω ένα μέρος που θα σου άρεσε. Ένα μπαρ με χαμηλά φώτα, ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, ένα φαγητό που θα έκανες ότι δεν θέλεις να δοκιμάσεις και μετά θα έτρωγες το μισό από το πιάτο μου.
Δεν είναι ότι θέλω να γυρίσεις για να μη νιώθω μόνος.
Θέλω να γυρίσεις γιατί υπάρχουν πράγματα που, όταν είναι ωραία, θέλεις να τα πεις σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.
Και όσο κι αν προχωράς, όσο κι αν γεμίζεις τις μέρες σου, υπάρχουν στιγμές που δεν ψάχνεις παρέα.
Ψάχνεις εκείνον που ήξερες ότι θα χαρεί πριν από εσένα.
Κι εκεί, για λίγα δευτερόλεπτα, σου λείπει.
