Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Κάθε φορά που έλεγες «φεύγω», κάτι μέσα μου πάγωνε, μα ποτέ δεν έφευγες στ’ αλήθεια. Ήσουν εδώ. Με τρόπο δικό σου, πεισματάρικο, γεμάτο αντίφαση. Υπήρχες στο βλέμμα μου, στην ανάσα μου, στις στιγμές που έκανα ότι συνεχίζω χωρίς να μπορώ. Έκανες την παρουσία σου αισθητή ακόμα κι όταν αποφάσιζες να χαθείς για λίγο. Η απουσία σου είχε πάντα το χρώμα σου, το άρωμά σου, τη σιωπή που σε φώναζε πιο δυνατά από τις λέξεις.
Κι εγώ σε άφηνα να παίζεις με το όριο. Σου έδινα χώρο, σου έδινα χρόνο, σου έδινα το δικαίωμα να φεύγεις γιατί ήξερα πως, κάπως, πάντα θα γύριζες. Κι όσο κι αν με πλήγωνε, το δεχόμουν. Γιατί ήσουν εσύ. Γιατί με εσένα τίποτα δεν ήταν απλό. Τίποτα δεν ήταν εύκολο. Μα τίποτα δεν ήταν αδιάφορο.
Κι τώρα σε προκαλώ. Όχι να μείνεις από φόβο. Όχι επειδή φοβάσαι να χαθείς πάλι. Σε προκαλώ να μείνεις μετά το τελευταίο «φεύγω». Να μείνεις με παρουσία, όχι με ίχνη. Να μείνεις με σώμα, με φωνή, με δάκτυλα που θυμούνται πώς με αγγίζουν. Να μείνεις για να το πάμε από την αρχή, χωρίς τα μισά, χωρίς την ασάφεια, χωρίς την εξάρτηση από ένα ακόμα «θα δούμε».
Γιατί είμαστε εμείς. Κι αυτό, όσο κι αν το τσακίσαμε, όσο κι αν το φοβηθήκαμε, όσο κι αν το δοκιμάσαμε μέχρι να σπάσει, δεν έπαψε να είναι αλήθεια. Δεν θέλω την υπόσχεση. Θέλω την πράξη. Θέλω το βλέμμα σου που λέει «είμαι εδώ». Θέλω εσένα, ολόκληρη, όχι τη σκιά σου.
Μείνε. Για να δω αν έχεις το θάρρος να ζήσεις αυτό που πάντα σε τρόμαζε. Εμάς.
