Γράφει η Τάνια Αναγνώστου.
Ο χρόνος μας τελείωνε, κι εμείς σαν υπνωτισμένες πάνινες κούκλες παρακολουθούσαμε τη φθορά και τη στερνή πνοή της σχέσης μας.
Βουβοί και σχεδόν ανήμποροι για το κάτι παραπάνω, αφήσαμε την αυλαία να πέσει και γυρίσαμε την πλάτη ο ένας στον άλλον.
Χωρίς πολλά λόγια, χωρίς γιατί και εξηγήσεις, γιατί ξέραμε..
Λες και μια κλεψύδρα γύρισε ανάποδα και ξεκίνησε να μετρά από τη μέρα που συναντηθήκαμε, που ανταλλάξαμε την πρώτη ματιά.
Σωστός δυνάστης ο θάνατος παραμονεύει παντού, γιατί να τη γλυτώσουμε εμείς;
Από σάρκα και οστά είμαστε φτιαγμένοι, να μας θυμίζουν τη θνητή μας φύση.
Κόκκο προς κόκκο, στιγμή προς στιγμή, όσο κράτησε αυτή η ιστορία σε ένιωσα, σε αισθάνθηκα, σε άγγιξα, θέλησα να γίνω ένα μαζί σου.
Σε αναζήτησα όταν μου έλειψες.
Έκλαψα όταν με πλήγωσες.
Σε έσφιξα στην αγκαλιά μου για να σου εκφράσω τα συναισθήματά μου.
Κάποια στιγμή όμως άρχισα να τσαλακώνομαι στις άκρες, να μη βρίσκω έδαφος να πατήσω και οξυγόνο για να αναπνεύσω.
Είμαστε άνθρωποι, κουβαράκια από σκέψεις και συναισθήματα που είτε τα εκφράζουμε είτε όχι.
Πιάνουμε το μίτο από τη μια πλευρά, μας μπλέκεται από την άλλη και φτου και πάλι από την αρχή.
Εκεί που λες πως θες να ρίξεις άγκυρα συνειδητοποιείς πόσο όμορφο είναι το ταξίδι και αποφασίζεις να συνεχίσεις με όποιο κόστος αυτήν τη διαδρομή.
Γιατί πάντοτε καλά κρυμμένη, παραμονεύει στη γωνία μια κλεψύδρα, άλλοτε μεγάλη και άλλοτε μικρή που σου κλείνει το μάτι.
Σε ταρακουνάει όταν πας να κοιμηθείς , σου κλείνει πονηρά το μάτι και σου δίνει το κουράγιο και τη δύναμη να συνεχίσεις.
