Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Και μείναμε να κοιτάμε τα stories.. για να ησυχάσουμε τη φωνή μέσα μας για το “τι κάνει” ο άλλος. Κοιτάμε τα stories και δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε. “Μια χαρά” το story, “μια χαρά” ο άνθρωπος, “μια χαρά” κι η βλακεία σου, “μια χαρά” και η βολή σου.
Βολεύει εκατέροθεν, τόσο πολύ αυτή η κλειδαρότρυπα των ελεγμένων και προγραμματισμένων στιγμών.
Εσύ να μην ρωτάς, εγώ να μην μιλάω…
Και κάπως έτσι συνηθίσαμε την αμοιβαία βολή στη σιωπή και στα ανείπωτα.
Και κάπως έτσι τακτοποιήθηκαν οι άνθρωποι στις θέσεις τους.
Γιατί είναι τόσο παράξενο αλλά τα λόγια μπερδεύουν και οι πράξεις ξεκαθαρίζουν..
Κι όμως, δεν ξεκαθάρισε τίποτα.
Απλά κουκουλώθηκε.
Γιατί οι πράξεις που βλέπεις δεν είναι πάντα η αλήθεια. Είναι αυτό που αντέχει να δείξει ο άλλος. Είναι αυτό που του επιτρέπει να ανεβάσει. Ένα ποτό σε τραπέζι με φίλους, ένα χαμόγελο που κράτησε τρία δευτερόλεπτα, μια στιγμή που δεν λέει τίποτα για το πριν και το μετά. Κι εσύ κάθεσαι και το διαβάζεις σαν να είναι απάντηση. Σαν να σου έδωσε εξήγηση. Σαν να σου χρωστούσε ποτέ κάτι και τελικά στο πλήρωσε με ένα story δεκαπέντε δευτερολέπτων.
Και κάπου εκεί, η ανάγκη για αλήθεια μικραίνει. Μαζεύεται. Γίνεται κάτι βολικό. Δεν ρωτάς, γιατί φοβάσαι τι θα ακούσεις. Δεν μιλάς, γιατί φοβάσαι τι θα πεις. Και το αφήνεις να υπάρχει έτσι, σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Ούτε κοντά, ούτε μακριά. Ούτε μαζί, ούτε χώρια. Μια εκκρεμότητα που δεν πονάει αρκετά για να τελειώσει, αλλά δεν ησυχάζει και ποτέ.
Και ξέρεις τι είναι το πιο επικίνδυνο;
Ότι αυτό μοιάζει φυσιολογικό.
Συνηθίσαμε να αγαπάμε από απόσταση. Να νοιαζόμαστε χωρίς να εκτεθούμε. Να παρακολουθούμε αντί να συμμετέχουμε. Να ξέρουμε χωρίς να ακούμε. Και κάπως έτσι, χάσαμε το θάρρος της ερώτησης. Εκείνο το απλό “πώς είσαι;” που δεν χωράει φίλτρα, δεν διορθώνεται, δεν σβήνεται.
Γιατί η αλήθεια δεν ανεβαίνει.
Η αλήθεια λέγεται.
Και θέλει δύο. Έναν να τη πει και έναν να αντέξει να την ακούσει.
Αλλά εμείς διαλέξαμε κάτι άλλο. Κάτι πιο εύκολο. Πιο ήσυχο. Πιο ελεγχόμενο. Να κοιτάμε χωρίς να πλησιάζουμε. Να υποθέτουμε χωρίς να ρισκάρουμε. Να μένουμε στη σιωπή και να την βαφτίζουμε κατανόηση.
Μόνο που δεν είναι κατανόηση.
Είναι απουσία.
Κι όσο την αντέχεις, τόσο θα νομίζεις πως όλα είναι “μια χαρά”.
Μέχρι να σε χτυπήσει η αλήθεια εκεί που δεν φαίνεται σε κανένα story.
