Γράφει η Ελένη Κασιμάτη
Μου είπες, σου είπα.
Μου υποσχέθηκες, σου υποσχέθηκα.
Ήμασταν δύο άνθρωποι που μιλούσαν για «πάντα», λες και το πάντα είναι κάτι που χαρίζεται, όχι κάτι που χτίζεται, μέρα, μέρα, λάθος, λάθος, συγγνώμη, συγγνώμη.
Κάποτε, θυμάσαι;
Το λέγαμε με σιγουριά: εμείς δεν θα γίνουμε σαν τους άλλους.
Γελούσαμε, κάναμε σχέδια για σπίτια, πρωινά, ταξίδια και μετακομίσεις ψυχών.
Φορέσαμε όρκους σαν φυλαχτά.
Ο ένας ήταν σπίτι για τον άλλον.
Και ήταν τόσο εύκολο να πιστέψουμε ότι έτσι θα ήταν για πάντα.
Μέχρι που μια μέρα… δεν ήταν.
Δεν χρειάστηκε ουρλιαχτό, ούτε σκηνή, ούτε τέλος σαν ταινία.
Χρειάστηκε μόνο εκείνη η σιωπή.
Η ήσυχη, μικρή, σχεδόν ευγενική σιωπή που απομακρύνει πιο πολύ κι από φωνή.
Και κάπου εκεί, το «εμείς» έγινε «εγώ κι εσύ».
Και μετά, «εγώ».
Και σήμερα… τίποτα.
Σήμερα περνάμε ο ένας δίπλα από τον άλλον και είναι σαν να μην γνωριστήκαμε ποτέ.
Σαν να μην έγιναν τα βράδια που μετρούσαμε αστέρια και μέλλον.
Σαν να μην κάναμε σχέδια να γεράσουμε μαζί, να μαλώνουμε για ποιος θα φτιάξει καφέ και ποιος θα κρύβει την σοκολάτα στο ντουλάπι.
Και δεν πονάω πια… τουλάχιστον όχι όπως τότε.
Απλώς με εκπλήσσει πόσο εύκολα γίνεται ένας άνθρωπος ανάμνηση.
Πόσο γρήγορα ξεθωριάζουν τα «για πάντα».
Πόσο απλά το χέρι που κράτησες κάποτε, γίνεται χέρι που δεν ακουμπάς ποτέ ξανά.
Ίσως έτσι είναι η ζωή.
Δεν κρατάει ό,τι ορκίζεται∙ κρατάει ό,τι αντέχει.
Και εμείς δεν αντέξαμε.
Και τώρα, είμαστε δύο ξένοι.
Όχι επειδή δεν αγαπήσαμε.
Αλλά επειδή τελικά, δεν μάθαμε να μένουμε.
