Γράφει η Μαργαρίτα Ζερβού
Δεν σε φοβήθηκε.
Σε είδε να γίνεσαι σκληρός, απότομος, απόμακρος.
Κι έμεινε.
Σε είδε να χάνεσαι μέσα στις εμμονές σου, να σπας πράγματα, να ξεσπάς σε ανθρώπους, να σωπαίνεις για ώρες.
Κι έμεινε.
Εκείνη ήξερε. Δεν ήσουν κακός. Ήσουν πληγωμένος.
Και σε κράτησε, όπως κρατάς ένα ποτήρι γεμάτο θραύσματα.
Χωρίς να κόψει κανέναν άλλον, μόνο τον εαυτό της.
Ήταν η μόνη που σε άντεξε όταν ούτε εσύ δεν άντεχες τον εαυτό σου.
Όταν ξυπνούσες και σε μισούσες.
Όταν δεν ήθελες να δεις άνθρωπο.
Όταν έλεγες “άσε με” κι εννοούσες “μείνε”.
Και έμενε.
Όχι από αδυναμία.
Από πίστη.
Σε έναν άνθρωπο που όλοι έβλεπαν δύσκολο, και εκείνη έβλεπε δικό της.
Αλλά κάποτε κουράστηκε.
Και δεν φώναξε.
Δεν έσπασε.
Απλώς… έφυγε.
Όχι γιατί δεν σε αγαπούσε.
Αλλά γιατί έμαθε πια να αγαπάει και τον εαυτό της.
Και να μη χωράει εκεί που την πληγώνουν, ακόμα κι αν είναι από πόνο.
Τώρα εσύ θυμάσαι.
Αλλά είναι αργά.
Γιατί η αγάπη της δεν ήταν ποτέ κραυγαλέα.
Ήταν εκεί.
Και τώρα δεν είναι.
Κι αυτό πονάει περισσότερο απ’ όσο αντέχεις.
