Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Εσύ με ονόμασες «Χριστούγεννα». Σαν κάτι σπάνιο, φωτεινό, περιοδικό. Σαν μια μέρα που έρχεται, κάνει θόρυβο και φεύγει. Κι εγώ σε ονόμασα «καθημερινότητα». Όχι από συνήθεια. Από ανάγκη. Από εκείνη τη βαθιά, ανυποχώρητη ανάγκη να υπάρχουμε και τις μέρες που δεν έχουν τίτλο, λαμπάκια ή χειροκρότημα.
Εσύ μου μιλάς για στιγμές που μοιάζουν με γιορτή. Για κορυφώσεις, για εντάσεις, για εκείνο το κάτι που πρέπει να ξεχωρίζει. Κι εγώ σου μιλάω για το σήμερα. Για το τώρα που δεν υπόσχεται τίποτα πέρα από παρουσία. Να είμαστε εδώ. Και οι δύο. Χωρίς στολισμούς. Χωρίς σκηνικά. Με όλα μας τα άγρια και τα άβολα.
Δεν θέλω να είμαι η εξαίρεσή σου. Θέλω να είμαι η σταθερά σου. Εκείνη που δεν χρειάζεται αφορμή για να υπάρξει. Εκείνη που δεν χρειάζεται ημερομηνία για να μετρήσει. Θέλω να με διαλέγεις όταν δεν έχεις διάθεση, όταν είσαι κουρασμένος, όταν δεν είσαι «στα καλύτερά σου». Γιατί εκεί κρίνονται όλα. Όχι στις γιορτές. Στις μέρες που μοιάζουν ίδιες.
Εσύ με έμαθες να λάμπω. Κι εγώ θέλω να σου μάθω να αντέχεις. Να μένεις. Να μην ψάχνεις πάντα το ξεχωριστό, αλλά να βλέπεις το ουσιαστικό που το κάνει ξεχωριστό το “μαζί”. Εκείνο που χτίζεται αργά. Που δεν φωνάζει. Που δεν φεύγει.
Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, μια ιστορία συνεχίζει να γράφεται. Όχι με κεφαλαία. Με μικρά, επίμονα γράμματα. Με βλέμματα που συναντιούνται στο τέλος της ημέρας. Με σιωπές που δεν τρομάζουν. Με ένα «είμαι εδώ» που δεν χρειάζεται να ειπωθεί.
Αν εσύ είσαι τα Χριστούγεννα, εγώ είμαι η καθημερινότητα που τα κρατά ζωντανά. Και κάπου ανάμεσα στα δύο, αντέχει αυτό που αξίζει.
