Γράφει η Λιάνα
Είναι καιρός που άρχισα να αφουγκράζομαι τον εαυτό μου. Ένα πρωί, άνοιξα τα μάτια μου και ένιωσα πως τον είχα αφήσει στο έλεος ανθρώπων χειριστικών και τοξικών. Ανθρώπων που με άδειαζαν από καθετί θετικό, με τη δικαιολογία πως νοιάζονται και θέλουν να μου προσφέρουν μια πιο όμορφη ζωή.
Όλο αυτό κατάτρωγε το μέσα μου, γιατί συνειδητοποιούσα ότι κάθε μέρα γινόμουν όλο και πιο ψεύτικη. Κάλυπτα τις αξίες μου, τα ιδανικά μου, μπλεγμένη σε δίχτυα μια δήθεν αποδοχής και ανούσιων συναναστροφών.
Ώσπου ήρθε η στιγμή που όλη αυτή η κατάσταση, έγινε αγανάκτηση. Ξύπνησαν τα γιατί μου, όλα μαζί και άρχισαν να με κινητοποιούν. Κι έτσι από μια χαραμάδα εμφανίστηκε ο πραγματικός εαυτός μου. Εκείνος που χωρίς να υπολογίζει χασούρες ή κέρδη, τολμά να πετάει καταπρόσωπα την αλήθεια. Όπως είναι, καυστική, δυνατή και πολλές φορές επίπονη.
Κι άρχισα να αξιολογώ απ’ την αρχή. Άρχισα να καταδικάζω τις προσποιητές συμπεριφορές, να υποβιβάζω τους υποτιθέμενους φίλους, να τους κρίνω και να τους κατακρίνω για έλλειψη ειλικρίνειας. Σταμάτησα να χαϊδεύω αυτιά και το πιο πολύτιμο σταμάτησα να φοβάμαι τη φυγή των άλλων.
Έβαλα σημαία μου την αλήθεια, τη χειμαρρώδη και την έκανα τρόπο ζωής και σκέψης.
Είπα φωναχτά όλα όσα κράταγα μέσα μου. Φανέρωσα το αληθινό εγώ μου.
Μίλησα για αυτά που διαδραματίζονταν γύρω μου, για πράξεις, για πιστεύω που διαφωνούσα κάθετα, για ψέμματα που έβλεπα καθαρά να αραδιάζονται μπροστά μου. Διεκδίκησα το δικαίωμα μου να διαφέρω, να επιλέγω την αλήθεια και να πορεύομαι μαζί της, γνωρίζοντας πως δε θα μου διευκολύνει τη ζωή, αλλά τη ψυχή.
Κι ως δια μαγείας χάθηκαν από δίπλα μου, κυριολεκτικά, δεκάδες άνθρωποι. Σα να διάβασα ένα απουσιολόγιο και οι περισσότεροι, μέχρι τότε, συνοδοιπόροι μου να είναι απόντες. Άτομα που στήριξα, που έδωσα κομμάτια του εαυτού μου, εξαφανίστηκαν. Χωρίς καν να έχουν το θάρρος για μια κουβέντα ή μια εξήγηση. Κλέφτες ανθρώπινων συναισθημάτων.
Κι όμως, αναπάντεχα, ένιωσα να με γεμίζει μια τόσο απόλυτη ελευθερία. Μια ανακούφιση και μια φρεσκάδα. Λες κι έφυγε από τους ώμους μου ένα βάρος. Γιατί όλο αυτό το δήθεν με είχε κουράσει, μου είχε κλέψει ανάσες.
Κι έτσι ακριβώς άρχισα να προχωράω. Κρατάω πλέον τη γραμμή της ζωής μου στα χέρια μου, με παντιέρα την αλήθεια. Δεν αναλώνομαι για την αχαριστία ή την εκμετάλλευση πια. Κοιτάζω μπροστά και συλλέγω μικρές στιγμές, γεμάτες όμως από παρουσίες που μπορούν να αντέξουν το βάρος και το τίμημα της πραγματικότητας.
Αν αξίζει κάτι αυτή η ζωή, είναι ο σεβασμός. Και σου επιστρέφει το όμορφο πρόσωπο της. Δεν έχεις κέρδος ευτελίζοντας την, μόνο και μόνο για να είσαι αρεστός στους άλλους.
Ένα πράγμα έμαθα στη μέχρι τώρα ιστορία μου. Οι στιγμές που με συντάραξαν, με σημάδεψαν και με κάνουν ακόμα και ως αναμνήσεις να ελπίζω, κράτησαν μόνο λίγα λεπτά κι είχαν όλες το χρώμα και τη γλυκόπικρη, πολλές φορές, γεύση της αλήθειας.
