Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Είχε πάντα μια μελαγχολία στα μάτια της. Όχι εκείνη την απλή, τη δήθεν ποιητική που αρέσει στους ρομαντικούς. Όχι. Μια μελαγχολία αλήθειας, βαθιά και γδαρμένη, σαν πληγή που επουλώθηκε στραβά. Σαν να κουβαλούσε πάντα, μια σκέψη παραπάνω στην ψυχή της, από όσες της αναλογούσαν. Κάποιοι την έλεγαν απόμακρη. Άλλοι υπεροπτική. Κι εκείνοι οι λίγοι, οι πιο προσεκτικοί, αναρωτιούνταν ποιες σκέψεις στήνουν χορό μέσα της όταν σωπαίνει.
Δεν τους εξηγούσε ποτέ.
Είχε μάθει να διαβάζει πρόσωπα και να νιώθει διαθέσεις πριν καν ειπωθεί λέξη. Κουβαλούσε μέσα της ένα ένστικτο τόσο κοφτερό, που πολλές φορές την έκαιγε. Ήξερε ποιος αξίζει και ποιος απλώς βολεύεται. Αλλά συχνά επέλεγε να μείνει. Όχι από αδυναμία. Από πείσμα. Από εκείνο το επικίνδυνο πείσμα του “θα αποδείξω πως ακόμα και το τίποτα μπορεί να ανθίσει”. Κι εκεί ήταν το λάθος της. Δεν ήξερε να φεύγει στην ώρα της.
Κρατούσε τους ανθρώπους περισσότερο απ’ όσο την άντεχαν. Έδινε πριν της ζητήσουν. Στήριζε χωρίς να φαίνεται, χωρίς να απαιτεί. Και όταν οι άλλοι έφευγαν, την κοιτούσαν σαν να μην την είχαν γνωρίσει ποτέ. Γιατί η αλήθεια της δεν βολεύει. Γιατί η σιωπή της κουβαλά βάθος και οι άλλοι θέλουν την επιφάνεια.
Είχε την τάση να δίνει δεύτερες ευκαιρίες σε εκείνους που δεν άντεχαν ούτε την πρώτη. Κι όμως, δεν την λύγισαν. Δεν κατάφεραν να σπάσουν αυτό το σκληρό περίβλημα που έφτιαξε γύρω από την ψυχή της. Την έκαιγαν οι διαψεύσεις, αλλά δεν της άλλαζαν τον πυρήνα. Ήταν από αυτές τις γυναίκες που όσο πιο πολύ πληγώνονται, τόσο πιο καλά στέκονται.
Μπορεί να μην έμοιαζε ποτέ με τις άλλες. Μπορεί να την παρεξήγησαν όσοι δεν άντεχαν να κοιτάξουν κατάματα την ευθύτητα της σιωπής της. Αλλά όσοι την αγάπησαν αληθινά, ήξεραν: αυτή η γυναίκα δεν είναι για να την εξηγείς. Είναι για να την νιώθεις. Αν αντέχεις.
