Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Υπάρχουν στιγμές που ζητάς απαντήσεις και δεν σου κάνουν. Τις ακούς, τις γυρνάς από δω κι από κει, τις αναλύεις, τις ξαναπιάνεις και πάλι κάτι δεν κολλάει. Και νευριάζεις. Με τον άλλον, με την κατάσταση, με τον εαυτό σου. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Το πρόβλημα είναι ότι ρωτάς λάθος.
Γιατί όταν ρωτάς “γιατί δεν με θέλει;”, στην ουσία ζητάς μια απάντηση που να σε πονάει λιγότερο, όχι μια αλήθεια που να σε απελευθερώνει. Όταν ρωτάς “τι έκανα λάθος;”, ψάχνεις να βρεις ευθύνη για να νιώσεις ότι μπορείς να το διορθώσεις. Και δεν διορθώνεται. Υπάρχουν πράγματα που δεν θέλουν ανάλυση. Θέλουν αποδοχή.
Η σωστή ερώτηση δεν είναι “γιατί έγινε έτσι;”. Είναι “τι κάνω εγώ τώρα με αυτό;”. Δεν είναι “πώς να τον καταλάβω;”. Είναι “πώς να προστατεύσω τον εαυτό μου;”. Δεν είναι “μήπως υπερβάλλω;”. Είναι “γιατί δέχομαι κάτι που με μικραίνει;”.
Οι λάθος ερωτήσεις σε κρατάνε κολλημένο. Σε βάζουν σε έναν κύκλο που δεν τελειώνει. Σε κάνουν να ψάχνεις απαντήσεις από ανθρώπους που δεν μπήκαν ποτέ στη διαδικασία να σου δώσουν ξεκάθαρη θέση. Και κάπου εκεί χάνεσαι. Γιατί νομίζεις ότι αν βρεις τη σωστή εξήγηση, θα ηρεμήσεις. Δεν θα ηρεμήσεις.
Θα ηρεμήσεις όταν σταματήσεις να ζητάς εξηγήσεις από εκεί που δεν υπάρχουν. Όταν αλλάξεις το σημείο που κοιτάς. Γιατί η ζωή δεν σου χρωστάει απαντήσεις που να σε βολεύουν. Σου δίνει δεδομένα και σε αφήνει να αποφασίσεις τι θα κάνεις με αυτά.
Και εκεί κρίνεται το παιχνίδι. Στο αν θα συνεχίσεις να ρωτάς “γιατί μου συμβαίνει αυτό;” ή αν θα φτάσεις στο σημείο να πεις “τι επιτρέπω να συνεχιστεί;”. Η διαφορά είναι τεράστια. Η μία σε κρατάει στάσιμο. Η άλλη σε βγάζει έξω.
Κι όταν αρχίσεις να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις, δεν χρειάζεσαι τόσες απαντήσεις. Γιατί βλέπεις πιο καθαρά. Και αυτό φτάνει.
