Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Κι είναι και κάτι γυναίκες ρε φίλε, εικονοστάσια άγια!
Να σκύψεις με κατάνυξη μπροστά τους, και να τις προσκυνήσεις.
Να νιώσεις το μεγαλείο τους και να παραδεχτείς, σαν ταπεινός, τα θαύματα τους.
Να πάρεις μια λαμπάδα, ίσα με το μπόι των ψυχών τους, και να τους την ανάψεις.
Είναι, σου λέω, και μερικές γυναίκες που έχουν κάμει, έτσι από μοναχές τους και δίχως δεκανίκια, πράγματα σπουδαία κι αντρικά στις μέρες των ζωών τους.
Που τα κατάφεραν καλύτερα από κάμποσους άντρες, σε ό,τι κι αν τους πέταξε η μοίρα τους μπροστά τους.
Να ’χεις τον νου σου, σου λέω αδερφέ!
Αυτές οι γυναίκες δεν φωνάζουνε, δεν κάνουν θόρυβο, δεν κάνουν φασαρία.
Δεν σου ζητάνε παράσημα, τιμές, ούτε χειροκροτήματα.
Μονάχα βάζουνε πλάτη στη ζωή, και τη σηκώνουνε σαν παλικάρια.
Κι όταν τις ρωτήσεις “πώς αντέχεις;”, σου χαμογελάνε σαν να ’ναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο.
Μα μέσα τους έχουν περάσει θύελλες που θα λύγιζαν ολάκερο λόχο αντρών.
Έχουν σταθεί απέναντι σε χρέη, σε απώλειες, σε μοναξιές, και σε κουβέντες που πονάνε πιο πολύ κι από μαχαίρι.
Κι όμως, δεν έσπασαν ποτέ, όσες φορές κι αν λύγισαν οι σπουδαίες.
Κράτησαν σπίτια, παιδιά, ψυχές, κι όλα ήταν πάντα καθαρά.
Κράτησαν τον εαυτό τους όρθιο, εκεί που άλλοι θα είχανε κάτσει χάμω.
Τέτοιες γυναίκες, ρε φίλε, να τις κοιτάς και να σωπαίνεις.
Να ντρέπεσαι για όλες τις φορές, που νόμιζες πως είσαι δυνατός.
Να θες να τους πλύνεις τα πόδια, σαν να ’ναι άγιες.
Γιατί, αυτό τους πρέπει!
Και στο τέλος, να λες ένα “δόξα τω Θεώ που υπάρχουνε στον κόσμο”.
Γιατί αν δεν υπήρχανε κι αυτές, ο κόσμος θα ’χε πέσει από καιρό στα μαύρα τα σκοτάδια…
