Γράφει η Εύα
Ήσουν μόνος, μου είπε μια φίλη. «Γιατί δεν κάνετε παρέα; Ζητά μια παρέα». Την άκουγα καλά. Αρχικά δεν με ενδιέφερες, γιατί δεν είχες κάτι από αυτά που ζητούσα. Δεν ήσουν εμφανίσιμος και γενικά δεν ήμουν σε τέτοια φάση στη ζωή μου, που να με ενδιαφέρει μια νέα γνωριμία. Έπρεπε να έρθεις να μου μιλήσεις. Δεν είχες όμως λέγειν. Είπα και εγώ «ε και τι έγινε , ας κάνουμε απλά παρέα».
Έτσι και έγινε. Κάναμε παρέα. Αρχίσαμε να μιλάμε συχνότερα στο τηλέφωνο, το είχαμε άλλωστε και οι δύο ανάγκη. Έπειτα βγήκαμε για έναν καφέ, μετά για δεύτερο και σε λίγο καιρό είχαμε δεσμό. Ένιωσα ότι υπήρχε για μένα ένας άνθρωπος που να με νοιάζεται και να ενδιαφέρεται. Είχα βγει από έναν αποτυχημένο γάμο που μου στοίχισε πολύ συναισθηματικά. Ένιωσα να ξαναγεννιέμαι, να ξαναζώ.
Μόλις πέρασε ο πρώτος μήνας, άρχισαν «οι απουσίες». Θα πάω στην μια φίλη μου, στην άλλη φίλη μου, θα πάω εκδρομή με τα παιδιά μου χωριό κτλ. Όσο έβλεπες ότι με ενδιέφερε, τόσο με θεωρούσες δεδομένη και συνέχιζες το ίδιο βιολί. Σου έλεγα «πρόσεχε , η υπομονή μου λήγει». Όταν ερχόσουν σπίτι μου ήσουν μια χαρά και όλα τέλεια και μόλις έφευγες , όλα άλλαζαν. Όσο λοιπόν σε κάλυπτα συναισθηματικά, τόσο εσύ αντρειωνόσουν και νόμιζες ότι θα μπορούσες να με κάνεις ό,τι θέλεις. Δεν είναι φίλε μου έτσι . Δεν τον τσακίζουμε τον άλλο για να ζήσουμε εμείς. Δεν είναι μονόπλευρος ο έρωτας, ο ένας δίνει, ο άλλος απολαμβάνει μόνο. Ο ένας να περιμένει και ο άλλος να εξαφανίζεται.
Σου έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο και συ με παρακαλούσες να μην σταματήσουμε. Μετά από πολλά δικά μου αντίο το οριστικό τέλος το έδωσες εσύ. Εδώ γελάνε. Έκλαιγες κιόλας. Μπορείς όλους να τους δουλεύεις αλλά όχι εμένα. Έγινε άραγε καλύτερη η ζωή σου;
Για κοίτα μέσα σου; Είχες έναν καλό άνθρωπο και τον πούλησες κανονικά. Η ψυχή σου ξέρει την απάντηση , αλλά και εγώ συνέχισα χωρίς εσένα. Χωρίς τον κακό χαρακτήρα σου που μόνο εγώ είδα.
