Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Καθόμαστε με τη Μπάρμπυ στα σκαλάκια του Αθήναιον – εξαιρετικό παρεμπιπτόντως – , περιμένοντας να μπούμε να δούμε τη Meryl Streep να παραδίδει μαθήματα ηθοποιίας για άλλη μια φορά.
Έχουμε να βρεθούμε μήνες.
Κι όμως, δεν υπάρχει καμία απόσταση εκεί που μετράει. Δεν χρειάζεται επεξήγηση, δεν χρειάζεται «τι κάνεις». Ξέρει. Ξέρω.
Και κάπου ανάμεσα σε μια κουβέντα και ένα βλέμμα, πιάνουμε τους άλλους. Εκείνους που πέρασαν μια ολόκληρη ζωή γεμάτη κόσμο… και άδειοι.
Με συναναστροφές. Με συνεργάτες. Με γνωστούς. Με «φίλους ανταλλακτικής αξίας».
Να δίνεις για να πάρεις. Να κρατάς για να σε κρατάνε. Να φαίνεσαι για να φαίνονται.
Αλλά όχι φίλους.
Γιατί φίλος δεν είναι αυτός που είναι εκεί όταν βολεύει.
Φίλος είναι αυτός που δεν χρειάζεται πρόσκληση.
Ride or die, λέμε. Κι ακούγεται βαρύ, αλλά δεν είναι. Είναι απλό.
Είναι ο άνθρωπος που θα τον πάρεις τηλέφωνο στις τέσσερις το πρωί και δεν θα σε ρωτήσει «γιατί». Θα σε ρωτήσει «σε πόση ώρα».
Δεν φοράνε το φωτοστέφανο του αλάθητου.
Φοράνε εκείνο του λάθους που δεν έγινε ποτέ με σκοπό να πληγώσει.
Δεν χωράνε σε καμία τελειότητα, αλλά στο «μαζί» χτίζουν το τέλειο.
Είναι αυτός που θα εμφανιστεί χωρίς να τον φωνάξεις.
Κι ακόμα κι όταν λείπει, θα τον νιώθεις παρόντα. Σαν σταθερά. Σαν κάτι που δεν διαπραγματεύεται.
Και ξέρεις τι είναι το πιο σπάνιο;
Όχι να βρεις φίλους. Να αντέξεις να είσαι φίλος.
Γιατί θέλει κόπο. Θέλει να αφήσεις τον εαυτό σου. Να μη μετράς. Να μη ζυγίζεις. Να δίνεις χωρίς να κρατάς αρχείο.
Οι περισσότεροι δεν το αντέχουν.
Γι’ αυτό γεμίζουν τη ζωή τους με κόσμο και μένουν μόνοι.
Εμείς πάλι, λίγοι.
Αλλά αληθινοί.
Και κάπως έτσι, στα σκαλάκια, πριν καν μπούμε στην αίθουσα, έχουμε ήδη δει την καλύτερη παράσταση.
Αυτή που δεν παίζεται.
Αυτή που μένει.
Δεν ξέρω πώς μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου χωρίς φίλους…
Ειλικρινά, δεν ξέρω.
