Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Κάποτε πίστευα πως η δύναμη ενός ανθρώπου φαίνεται από το πόσα αντέχει.
Σήμερα νομίζω πως φαίνεται από το πόσα σταματά να κουβαλά.
Κοιτάζω αυτή τη γυναίκα με την πλάτη γυρισμένη στον κόσμο και τη χαραγμένη πεταλούδα πάνω της και σκέφτομαι πως κάπως έτσι μοιάζουν όλοι οι άνθρωποι που πέρασαν μέσα από φωτιές και βγήκαν από την άλλη πλευρά διαφορετικοί.
Όχι αλώβητοι.
Διαφορετικοί.
Γιατί η ζωή δεν σε αλλάζει όταν σε πληγώνει. Σε αλλάζει όταν επιβιώνεις από αυτό που σε πλήγωσε.
Κάποια στιγμή κουράζεσαι να εξηγείς.
Κουράζεσαι να αποδεικνύεις.
Κουράζεσαι να προσπαθείς να πείσεις ανθρώπους να δουν την αξία σου, ενώ την κοιτούν κατάματα και επιλέγουν να την αγνοούν.
Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο.
Δεν σκληραίνεις.
Αυτό περιμένουν οι περισσότεροι.
Να θυμώσεις. Να γίνεις πικρή. Να χτίσεις τείχη.
Αλλά η πραγματική ωρίμανση δεν μοιάζει με πέτρα.
Μοιάζει με φτερά.
Μοιάζει με εκείνη την ήσυχη απόφαση να αφήσεις πίσω σου ό,τι σε βαραίνει.
Τους ανθρώπους που σε έκαναν να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου.
Τις σχέσεις που ζητούσαν συνεχώς αποδείξεις.
Τις φιλίες που επιβίωναν μόνο όσο εσύ μάτωνες για να τις κρατήσεις ζωντανές.
Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως η αγάπη δεν είναι αγώνας αντοχής.
Η αγάπη δεν είναι να παραμένεις εκεί όπου σε χάνεις.
Η αγάπη είναι να μπορείς να κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να τον αναγνωρίζεις ακόμα.
Κι έτσι φεύγεις.
Όχι με θόρυβο.
Όχι με εκδίκηση.
Όχι με ανάγκη να δικαιωθείς.
Φεύγεις όπως φεύγει η πεταλούδα από το κουκούλι της.
Χωρίς να χρωστάει εξηγήσεις σε κανέναν.
Γιατί ξέρει κάτι που οι περισσότεροι αργούν να μάθουν.
Δεν γεννήθηκες για να αποδείξεις την αξία σου.
Δεν γεννήθηκες για να πείσεις κανέναν να σε αγαπήσει.
Γεννήθηκες για να ανθίσεις.
Και όσοι δεν μπορούν να δουν την ομορφιά σου, δεν είναι δική σου δουλειά να τους μάθεις να βλέπουν.
