Γράφει η Ηρώ Αναστασίου
Πόσο μου έλειψε αυτό το συναίσθημα, αυτό της ασφάλειας.
Αυτό που έχεις όταν κάποιος σε θέλει πραγματικά.
Σε θέλει στα καλά και στα κακά σου.
Γιατί είδε σε σένα τα πάντα, το φως και το σκοτάδι, το άσπρο και το μαύρο, το μωβ και το κόκκινο.
Σ’ αγκάλιασε τόσο σφιχτά που κόλλησαν όλα τα σπασμένα.
Σε κοίταξε βαθιά στα μάτια και ηρέμησε το είναι σου.
Σου είπε να μην ντρέπεσαι για το σώμα σου, για τις ρυτίδες σου.
Σε γέμισε όνειρα σε μια στιγμή που τα είχες παρατήσει.
Κι όλα αυτά, γιατί κοίταξε βαθιά στην ψυχή σου.
Κοίταξε τον πόνο σου, τον σταυρό σου, την άκρη από το δάκρυ σου, την θλίψη στα μάτια σου.
Κανείς δεν βλέπει πλέον τίποτα, το μόνο που κοιτάνε είναι η επιφάνεια κι όχι η πραγματική ουσία.
Δεν τους ενδιαφέρει η καρδιά σου, παρά μονάχα το κορμί σου.
Μονάχα εσύ γλυκό μου πλάσμα εξημέρωσες το θηρίο που είχα μέσα μου, γιατί με κοίταξες με άλλα μάτια.
Όχι με τα μάτια του θηρευτή, αλλά με τα μάτια ενός ανθρώπου που νοιάζεται πραγματικά.
Με τα μάτια ενός ανθρώπου που ξέρει να φροντίζει.
Μόνο έτσι το θεριό από μέσα μου σταμάτησε να βρυχάται και ξεκίνησε ένα νέο ταξίδι στον κόσμο των συναισθημάτων.
Μόνο γιατί με κοίταξες σταμάτησα να φοβάμαι.
