Γράφει η Κική Γιοβανοπούλου
Γίνανε οι άνθρωποι αντικείμενα μιας χρήσης. Γίνανε οι ψυχές πιο ασήμαντες απ’ τα πορτοφόλια. Βαφτίσαμε την καύλα, έρωτα και την ανάγκη, αγάπη.
Να μην έρθεις. Να μην έρθεις αν είναι μόνο για να ταράξεις τη μοναξιά μου. Αυτή η μοναξιά μ’ αγκάλιασε, με πλήγωσε, αλλά με κράτησε ζωντανή. Αυτή η μοναξιά που στην αρχή μίσησα, αλλά μετά κούρνιασα και βολεύτηκα μέσα της. Αυτή η μοναξιά είναι η ασφάλεια κι η σιγουριά μου πια.
Να μην έρθεις. Αν είναι να ‘σαι σαν τους άλλους, να μην έρθεις. Μη μου χτυπάς την πόρτα, αν είναι να σταθείς στο διάδρομο. Μέσα αντέχεις να μπεις;
Δεν θέλω άλλους όρκους, άλλα μεγάλα λόγια, άλλες ψεύτικες υποσχέσεις. Μ’ ανέβασαν σε σύννεφα και με πέταξαν στο κενό. Με ταξίδεψαν σε θάλασσες και μ’ έπνιξαν στις φουρτούνες τους. Την αναθεμάτισα σου λέω την αγάπη κι άρχισα ν’ αγνοώ τα χτυπήματα στην πόρτα. Δεν θέλω άλλους μασκαρεμένους πρίγκιπες. Δεν θέλω άλλους μασκαρεμένους ιππότες. Δεν θέλω άλλους μασκαρεμένους σωτήρες.
Να μην έρθεις. Αν είναι μόνο να ταράξεις την ηρεμία μου και να θολώσεις τη μοναξιά μου, να μην έρθεις.
Αν δεν κρατάς ανεξίτηλα χρώματα, να ομορφύνεις την ψυχή μου, να μην έρθεις. Αν είναι να μη μου πιάσεις δυνατά το χέρι και να σταθείς στο πλάι μου, να μην έρθεις. Αν είναι να ‘σαι σαν τους άλλους, να μην έρθεις…
