Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Κάποια στιγμή δεν θυμώνεις πια. Και μην το μπερδέψεις με συγχώρεση, ανωτερότητα ή εκείνη την πολυφορεμένη «ωριμότητα» που μας αρέσει να κολλάμε πάνω σε ό,τι μας τσάκισε για να φαίνεται πως κάτι μάθαμε. Μπορεί απλώς να κουράστηκες. Τόσο απλά. Τόσο άσχημα.
Κουράστηκες να εξηγείς τι σε πείραξε. Να αποδεικνύεις ότι αυτό που έγινε, έγινε. Να ακούς δικαιολογίες μεταμφιεσμένες σε εξηγήσεις και μετά να αναρωτιέσαι μήπως τελικά ζητάς πολλά. Κυρίως, κουράστηκες να προσπαθείς να κάνεις κάποιον να καταλάβει κάτι που θα είχε καταλάβει από την πρώτη φορά, αν τον ένοιαζε πραγματικά να μη σε πονέσει.
Και κάπου εκεί συμβαίνει το πιο επικίνδυνο πράγμα για εκείνον.
Σταματάς να ελπίζεις.
Μέχρι τότε νόμιζες ότι αγάπη σημαίνει προσπάθεια. Χρόνο. Υπομονή. Άλλη μία ευκαιρία πάνω στο τραπέζι. Κι άλλη μία. Μέχρι που μια μέρα κοιτάζεις το τραπέζι και βλέπεις ότι δεν έχει μείνει τίποτα άλλο πάνω του.
Ούτε καν εσύ.
Και λες «φτάνει».
Ήσυχα.
Γιατί τα μεγάλα «φτάνει» δεν χρειάζονται ντεσιμπέλ. Οι φωνές είναι για όσο ακόμη περιμένεις να αλλάξει κάτι. Όταν τελειώσεις πραγματικά, δεν χτυπάς πόρτες. Δεν γράφεις σεντόνια στο κινητό. Δεν ψάχνεις εκείνη τη μία μαγική πρόταση που θα τον κάνει επιτέλους να καταλάβει.
Άσ’ το.
Αν χρειάζεται επίλογο τριών παραγράφων για να καταλάβει πώς σου φέρθηκε, δεν έλειπαν ποτέ οι σωστές λέξεις από εσένα.
Έλειπε κάτι άλλο από εκείνον.
Και φεύγεις ενώ ακόμη αγαπάς.
Εκεί είναι όλη η μαγκιά.
Αν δεν αγαπούσες, θα ήταν εύκολο. Μαζεύεις τα πράγματά σου, διαγράφεις έναν αριθμό και τέλος. Το δύσκολο είναι να θέλεις ακόμη να μείνεις και να έχεις επιτέλους καταλάβει ότι δεν σου επιτρέπεται άλλο.
Να σου λείπει και να μη γυρίζεις.
Να θέλεις να πάρεις τηλέφωνο και να αφήνεις το κινητό κάτω.
Να θυμάσαι τα όμορφα χωρίς να τα χρησιμοποιείς πια ως άλλοθι για τα άσχημα.
Αυτό είναι το δύσκολο.
Γιατί κάποτε έκοβες κομμάτια από εσένα για να μη λείψει τίποτα από το «μαζί». Μίκραινες ανάγκες. Κατάπινες κουβέντες. Έκανες εκπτώσεις εκεί που δεν υπήρχε καν τιμή, μόνο αξιοπρέπεια.
Και το έλεγες υπομονή.
Μετά το βάφτισες αγάπη.
Ωραίο όνομα.
Σχεδόν σε έπεισε.
Μέχρι που κατάλαβες πως άλλο να χάσεις έναν άνθρωπο κι άλλο να χάνεις εσένα κάθε μέρα για να τον κρατήσεις.
Κάπου εκεί σταματάς και να θυμώνεις. Όχι επειδή δικαιώθηκε κανείς. Ούτε επειδή συγχώρεσες τα πάντα και τώρα κυκλοφορείς λουσμένη στο φως της εσωτερικής γαλήνης.
Σιγά.
Απλώς δεν θέλεις να τον κουβαλάς άλλο.
Ούτε ως αγάπη.
Ούτε ως θυμό.
Ούτε ως εκκρεμότητα.
Και γυρίζεις την πλάτη.
Όχι για να δει ότι φεύγεις.
Όχι για να τρέξει πίσω σου.
Όχι για να μετανιώσει.
Αυτό είναι το καινούργιο.
Δεν σε ενδιαφέρει αν κοιτάζει.
Δεν έφυγες επειδή έπαψες να τον αγαπάς.
Έφυγες επειδή, επιτέλους, σταμάτησες να αγαπάς εκείνον εις βάρος σου.
Και να σου πω κάτι;
Άργησες.
Αλλά γύρισες.
