Blog

Γράφει η Κατερίνα Κυπρίου

Μια φορά κι έναν καιρό,ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα…
Ο άντρας γνώρισε κάποιες γυναίκες και τους δόθηκε. Τις αγάπησε, τις προστάτευσε, μα αυτές τον πρόδωσαν. Τον ρήμαξαν, τον γονάτισαν, τον εκμεταλεύτηκαν και τον πέταξαν σε μια άκρη. Εκείνος πόνεσε και έκλαψε πολύ! Κλείστηκε στον εαυτό του με μια ψυχή κενή, παγωμένη και παραδόθηκε στην απογοήτευση.
Ο καιρός περνούσε και η ρουτίνα μαζί με την απελπισία για κάθε τι ψεύτικο γύρω του έστηναν χορό κι αυτός, ένας απλός θεατής σε μια ταινία που είχε ξαναδεί και ήξερε το φινάλε. Μα αυτή τη φορά και λίγο πριν το τέλος, ο σεναριογράφος άλλαξε το σενάριο και η ταινία άρχισε να έχει και πάλι ενδιαφέρον. Μία γυναίκα μπήκε στη ζωή του και ανέτρεψε τα πάντα!

Η γυναίκα ήταν όμορφη, έξυπνη και με τα αστεία της τον έκανε και πάλι να γελά. Κουβαλούσε ενα βαρύ φορτίο στους ώμους της, μα είχε ψυχή μικρού παιδιού κι ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη. Η καρδιά της ήταν λαβωμενη και η ζωή της δύσκολη, αλλά η υπερηφάνεια και η αισιοδοξία της δεν την εγκατέλειπαν ποτέ. Πάλευε μόνη, μα είχε μια θέληση αντρίκια και μια λαχτάρα για τη ζωή!
Η σχέση τους απ’την αρχή είχε μια ένταση κι ένα πάθος πρωτόγνωρο και για τους δύο. Αυτός την ερωτεύτηκε για το χαμόγελό της κι αυτή του το μετέδιδε με πείσμα. Αυτός την αγάπησε για τη λάμψη των ματιών της κι αυτή κοιτούσε μόνο αυτόν. Αυτός την λάτρεψε για την ομορφιά της ψυχής της κι αυτή του τη χάριζε απλόχερα. Αυτός της άνοιγε την αγκαλιά του κι αυτή κούρνιαζε εκεί σαν τρομαγμένο κοριτσάκι. Εκείνος της χάριζε νύχτες πάθους κι εκείνη του παραδινόταν άνευ όρων!

Μα μια κακιά μοίρα ζήλεψε την ευτυχία τους και γέμισε με ανασφάλεια την ψυχή του άντρα. Σαν το σαράκι που τρώει το ξύλο λίγο λίγο, έτσι και η αμφιβολία τρύπωνε στο μυαλό του και τον κατάπινε.
Αυτός κάθε μέρα έχανε την αυτοπεποίθησή του κι αυτή του έδινε απ’το κουράγιο της.
Εκείνος κάθε νύχτα έκανε τις ελπίδες του κι αυτή κάθε πρωί του έδινε καινούριες.
Αυτός κάθε τόσο έσβηνε κι ένα τους όνειρο κι αυτή με πείσμα προσπαθούσε να τα χτίσει απ’την αρχή.
Αυτός συνεχώς έχανε το θάρρος και την τόλμη του, μα εκείνη του μάθαινε να παλεύει ξανά.
Αυτός έβλεπε πρόβλημα σε κάθε λύση,μα εκείνη με υπομονή έβρισκε λύση σε κάθε πρόβλημά του.
Εκείνος καθημερινά της έβαζε εμπόδια κι αυτή με πείσμα τα ξεπερνούσε. Εκείνος κάθε τόσο της σύστηνε τους δαίμονές του κι αυτή έδινε μάχες για να τους νικήσει!
Ώσπου ήρθε μια μέρα που η γυναίκα δεν άντεξε άλλο να παλεύει με τα φαντάσματα. Είδε την αισιοδοξία και το θάρρος της να χάνονται. Είδε το χαμόγελό της να σβήνει και λύγισε. Ένιωσε τα πόδια της βαριά και απογοητεύτηκε. Είδε ότι δίνοντάς του συνέχεια δύναμη, δεν είχε μείνει τίποτα πια για κείνη. Και η αγάπη που ένιωθε γι’αυτόν, έγινε θηλιά που έσφιγγε όλο και περισσότερο γύρω απ’το λαιμό της. Τον αγαπούσε ναι, αλλά εκείνος δεν το έβλεπε πια.

Σε μια άδεια βαλίτσα χώρεσε ότι της είχε απομείνει και ξεκίνησε για ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό.
Τώρα πια περπατούσε μόνη.
Τώρα είχε μια πικρή γεύση στο στόμα της και ένα ακόμα βάρος στους ώμους της.
Τώρα στην καρδιά της είχε ακόμα μια πληγή που αιμορραγούσε και μια απογοήτευση για συντροφιά στο μοναχικό ταξίδι της.Σε ένα ταξίδι που όφειλε πια στον εαυτό της!
Εκείνος έμεινε πίσω μόνος και απογοητευμένος.Άλλη μια γυναίκα που τον άδειασε κι έφυγε.
Άλλη μια γυναίκα που την εμπιστεύτηκε και τον πούλησε.
Άλλη μια γυναίκα που φεύγοντας του πήρε ότι του χάρισε.
Άλλη μια γυναίκα περαστική που……
Μα για στάσου! Κατι του βάρεναι το στήθος ξαφνικά. Κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει, αλλά του έκοβε την ανάσα! Έφερε το χέρι του εκεί,στο μέρος της καρδιάς και τότε κατάλαβε. Τότε είδε ότι χτυπούσαν δύο καρδιές μαζί. Γιατί αυτή η γυναίκα, ήταν η μόνη που φεύγοντας του άφησε το πιο σημαντικό, την καρδιά της!

Σε μια στροφή την πρόλαβε.
Σε μια στροφή της άπλωσε το χέρι.
Σε μια στροφή, την έκλεισε ξανά στην αγκαλιά του.
Σε μια στροφή,που έγινε ευθεία!