Blog

Γράφει η Αναστασία Κακαβά

Τα όνειρα είναι η γλώσσα της ψυχής, ο τρόπος της να σου δείχνει τι βαθειά επιθυμεί, τι είναι αυτό που θέλει μα το μυαλό σου ίσως να μην δέχεται. Κάπου διάβασα ότι το σύμπαν χρησιμοποιεί τα όνειρα για να σου δώσει την κατεύθυνση που πρέπει, μάλλον έτσι συνωμοτεί για να αποκτήσει όσα θες!
Δεν ξέρω τι από τα δύο ισχύει, ίσως και κανένα, το μόνο που ξέρω είναι ότι εχθές σε ονειρεύτηκα. Το φως από τον ήλιο που έδυε έλουζε το πρόσωπό σου καθώς με κοιτούσες. Ήμασταν σε μια συναυλία, ο κόσμος πολύς μα εμείς ήμασταν οι δυο μας. Δεν ξέρω πως, αλλά μέσα στον ύπνο μου ένιωσα το ελαφρύ αεράκι, ήταν απόγευμα καλοκαιριού.
Μου ψιθύρισες στο αυτί – θαρρώ πως σε άκουσα μέσα στη ζάλη του ύπνου – «σου αρέσει εδώ;». Σε κοίταξα μέσα στα μάτια και σου χαμογέλασα με ένα χαμόγελο πλατύ, από εκείνα που καιρό έχω να σου χαρίσω. Χαμογέλασες κι εσύ, ενώ η εικόνα σου ήταν θολή από τη λάμψη του ήλιου που δειλά σε είχε αγκαλιάσει.
Κοιτούσα τη σκηνή, κάποιο συγκρότημα μας κρατούσε συντροφιά με τραγούδια παλιά κι αγαπημένα – δεν θυμάμαι. Με μια μπύρα στο χέρι, εσένα δίπλα μου και τη μουσική να ντύνει τις στιγμές ένιωσα ευτυχισμένη. Η ζωή και κυρίως η ευτυχία κρύβεται στα πιο μικρά, στα ασήμαντα, σε αυτά που μόνο με την καρδιά αγγίζεις.
Πήρα μια βαθιά ανάσα, κοίταξα τον ουρανό. Έκλεισα τα μάτια να παγιδεύσω τη στιγμή καλά στο νου μου ώσπου ένας δυνατός θόρυβος διέκοψε την απόλαυση. Ακουγόταν από το βάθος, κοίταξα δεξιά μετά αριστερά, μετά κοιτούσα εσένα με απορία, έδειχνες να μην ακούς τον ήχο, είχες παρασυρθεί από το τραγούδι που έπαιζε η μπάντα.
Κοίταξα, ύστερα, γύρω μου, κανείς δεν άκουγε τον δυνατό ήχο μόνο εγώ. Γινόταν όλο και πιο δυνατός κι ενοχλητικός και ξαφνικά ένα τράνταγμα με έριξε κάτω. Έπεσα στο έδαφος κι όταν άνοιξα τα μάτια μου τα πάντα είχαν εξαφανιστεί, η σκηνή, το δειλινό, ο κόσμος, όλα. Ξύπνησα. Αυτό ήταν. Το καταραμένο ξυπνητήρι ήταν εκείνος ο περίεργος ήχος.
Είχες κι εσύ πια χαθεί. Το όνειρο είχε τελειώσει. Ήθελα να κρατήσει άλλο λίγο αλλά έπρεπε να σηκωθώ. Η καθημερινότητα με περίμενε, αλλά αγωνιούσα για το επόμενο βράδυ, θα σε έβλεπα, άραγε, ξανά;