Blog

Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου

“Να γυρνάς” διάβασα κάπου. Έτσι κοφτά.
Χωρίς διευκρινήσεις κι αμέσως ρώτησα τί μπορεί να σημαίνει αυτή η μικρή και απόλυτη φράση.
Να γυρνάς σελίδα; Να γυρνάς το βλέμμα αλλού; Να γυρνάς σε μια σχέση που θεωρούσες τελειωμένη;
Να γυρνάς νικητής από τη “μάχη” που έδωσες; Να γυρνάς στο σπίτι σου μετά τις καλοκαιρινές διακοπές;

Η απάντηση που πήρα, εκτός από κατατοπιστική, ήταν και ανακουφιστική, καθώς μέσα σ’ όλα έλεγε : “…δεν είναι κακό να γυρνάς πίσω όταν αξίζει.”. Και κάπως έτσι λοιπόν βρήκα το θάρρος και αποφάσισα να γυρίσω κι εγώ σε σένα.
Που δεν ξέρω αν αξίζει. Ξέρω όμως πως αξίζει να το μάθω. Αξίζει να ΣΕ μάθω.

Γύρισα για να κάνουμε όλα όσα σχεδιάζαμε, μα ο εγωισμός μας, μας εμπόδισε.
Τη βόλτα με τη μηχανή στον Λυκαβηττό, το μπάνιο στην ερωτοσπληλια.
Γύρισα και για να σου μαγειρέψω το αγαπημένο σου φαγητό. Για να σε δω να μου χαμογελάς, να σ’ ακούσω να λες ξανά τ’ όνομά μου.
Γύρισα για να κάνουμε έρωτα μετά από τόσο καιρό. Για να με πείσεις πως πίσω από τη φαινομενικά αδιάφορη στάση σου, κρύβεται ένα τρομαγμένο πάθος.
Γύρισα, γιατί νιώθω πως φοβάσαι κι εσύ, οσο φοβάμαι κι εγώ. Απόψε, λοιπόν, γυρνάω σε σένα. Για να ξορκίσουμε τους φόβους μας. Μαζί.
Γυρνάω σε σένα, που μου θύμισες πώς είναι να σε περιμένουν.
Γυρνάω σε σένα, κι έτσι γυρνάω και σε μένα. Στη γυναίκα που είχα ξεχάσει να είμαι. Σ’ εκείνη τη γυναίκα που μπορεί να ερωτεύεται και να διεκδικεί.

Γυρνάω σε σένα, που ποτέ δε μου χαϊδεύεις τα αυτιά με ερωτόλογα, όμως πάντα μου χαϊδεύεις τα μαλλιά, με τα υπέροχα και μεγάλα δάχτυλά σου. Σε σένα που με κρατάς αγκαλιά όταν περπατάμε.
Γυρνάω σε σένα. Σε σένα που επέλεξα. Σε σένα που είσαι εδώ, κι όταν εσύ είσαι εδώ, δεν υπάρχει κανένας άλλος. Γυρνάω στο σπίτι σου, κάθομαι δίπλα σου στον καναπέ και σου γκρινιάζω για τις βλακείες που παίζει η τηλεόραση. Εσύ μου χαμογελάς και την κλείνεις.
Ψάχνεις αναπτήρα, ανάβεις το κερί, σβήνεις τα φώτα και κάπως έτσι, βρίσκει κι ο έρωτας λίγο χώρο στο σαλόνι σου. Λίγο χώρο στις ζωές μας.
Καλώς βρεθήκαμε!