Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Είναι κάτι απώλειες, που δεν τις υπολογίζεις πόσο θα σε αγγίξουν.. κι έρχονται και παίζουν με τις μνήμες σου, έτσι ξαφνικά. Είναι αυτοί οι άνθρωποι της καθημερινότητάς σου..
Η πρώτη στάση για καφέ, η καλημέρα πριν μπεις στο γραφείο.. Οι άνθρωποι που σε ξέρουν πολλές φορές καλύτερα κι από τους φίλους σου. Βλέπεις σε εκείνους, δεν παίζεις ποτέ το “ρόλο”. Αφήνεσαι.. ξεχνιέσαι..
Ένας τέτοιος ωραίος τύπος ήταν κι ο θυρωρός στο γραφείο που μεγάλωσα.. Βλέπεις για κάποια παιδιά, η παιδική χαρά τους κι ο τόπος των παιδικών τους μνημών, είναι ένα γραφείο.. κι οι άνθρωποι στο γραφείο αυτό, γίνονται συχνά οικογένεια..
Αυτός ο τύπος που λες.. τον γνώρισα εκεί κοντά στα 7, και μοιραστήκαμε γέλια, μοιραστήκαμε στιγμές, πειράγματα αλλά και καβγαδάκια από εκείνα που κάνεις με τους πιο δικούς σου ανθρώπους. Από εκείνους που είναι τόσο πολύ στην καθημερινότητα που δεν φοράνε ταμπέλα. Είναι δεδομένη παρουσία..
Κι όταν φεύγουν αυτοί οι άνθρωποι, δεν φεύγουν με φασαρία. Δεν κάνουν θόρυβο. Φεύγουν όπως ακριβώς έζησαν δίπλα σου. Αθόρυβα, σταθερά, σχεδόν ευγενικά. Και γι’ αυτό πονάει αλλιώς.
Γιατί δεν τους είχες κατατάξει στους ανθρώπους που φοβάσαι να χάσεις. Δεν τους είχες βάλει στη λίστα των “σημαντικών”. Ήταν εκεί. Όπως το φως στο διάδρομο. Όπως η μυρωδιά του καφέ το πρωί. Δεν σκέφτεσαι ποτέ ότι μπορεί μια μέρα να μην είναι.
Κι έρχεται εκείνη η στιγμή που το μαθαίνεις. Κι αισθάνεσαι λίγο αμήχανα. Σαν να μην έχεις δικαίωμα να πονέσεις τόσο. Σαν να σου λέει μια φωνή “έλα μωρέ, θυρωρός ήταν”. Κι όμως. Δεν ήταν. Ήταν ο άνθρωπος που ήξερε αν ήσουν καλά πριν το καταλάβεις κι εσύ. Που καταλάβαινε από το βήμα σου αν είχες δύσκολη μέρα. Που ήξερε πότε να σου μιλήσει και πότε να σε αφήσει ήσυχη. Εκείνος που καταλάβαινε πως ο εκνευρισμός δεν είναι για το καλοριφέρ ή για το air condition αλλά γιατί η μέρα σου δεν παλεύεται.
Ήταν εκείνος που σε έβλεπε να μεγαλώνεις χωρίς να σου ζητάει τίποτα. Που σε θυμόταν πάντα λίγο πιο μικρή απ’ ό,τι είσαι ακόμα κι όταν είχες γίνει μάνα δυο παιδιών. Που σε φώναζε με ένα υποκοριστικό που δεν χρησιμοποίησε ποτέ κανείς άλλος.
Κάποιες απώλειες δεν σου κόβουν την ανάσα. Σου κόβουν τη ρουτίνα. Και όταν σπάει η ρουτίνα, σπάνε οι αναμνήσεις και χύνονται όλες μαζί. Θυμάσαι πράγματα που δεν ήξερες ότι θυμάσαι. Ένα χαμόγελο. Ένα “πρόσεχε”. Ένα “πάλι άργησες”. Και ξαφνικά καταλαβαίνεις πόσο χώρο καταλάμβανε κάποιος που δεν ζητούσε χώρο.
Οι άνθρωποι της καθημερινότητας είναι οι πιο επικίνδυνοι δεσμοί. Δεν τους υπολογίζεις. Δεν τους προσέχεις. Κι όμως, είναι αυτοί που όταν φύγουν, σου αφήνουν ένα κενό που δεν ξέρεις πώς να γεμίσεις. Γιατί δεν είναι κενό απουσίας. Είναι κενό συνήθειας.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε μια καλημέρα που δεν ειπώθηκε και σε έναν καφέ που δεν ήπιες, καταλαβαίνεις κάτι πολύ απλό.. τους ανεκτίμητους ανθρώπους της καθημερινότητάς σου, τους καταλαβαίνεις, από το κενό που αφήνουν..
ΥΓ. Για έναν Νίκο.. που πήγε να βρει το δικό μου Μιχάλη και τον Ερνέστο.. έτσι για να δώσουν πάλι χρώμα και φωνή.
