Γράφει η Κική Γ.
Και ξαφνικά.. ξύπνησες. Πάτησες στη γη. Είδες την πραγματικότητα. Θέλησες να σταθείς δίπλα μου, να περνάμε χρόνο μαζί, να κάνουμε σχέδια και όνειρα. Τα αποφάσισες όλα στο χρόνο που εσύ ήθελες και θέλησες να κάνεις πράγματα για μας, χωρίς εμένα.
Πάντα το ίδιο έκανες. Κοιτούσες τη ζωούλα σου, τον εαυτούλη σου, τάιζες τον εγωισμό σου και με θεωρούσες δεδομένη. Πού ήσουνα τόσο καιρό;
Τι είχες μέσα σου; Ξέρεις ο άνθρωπος έχει καρδιά, συναισθήματα, ψυχή. Σου τα έδωσα όλα με το παραπάνω. Για τη δική μου καρδιά δεν νοιάστηκες όμως. Πονούσα, έκλαιγα, λυπόμουν, καμία συγκίνηση.
Έψαχνα να ακουμπήσω κάπου, έλειπες. Κρύωνα και δεν άντεχα την μοναξιά μου, αλλά ποτέ δεν με σκέφτηκες. Άνοιγες την πόρτα και έφευγες, απλά αδιαφορώντας. Ήθελες μόνο να σου δίνω. Στέρεψε πια η ψυχούλα μου. Έδωσα, έδωσα. Μάτωσα και πήρα το μάθημα μου. Έπρεπε να με σώσω και να σε τοποθετήσω εκεί που σου άξιζε. Κομπάρσος μόνο σου άξιζε να είσαι. Τίποτε περισσότερο, τίποτε παραπάνω.
Αυτό το ρόλο μπορούσες μόνο να υποστηρίξεις. Δεν είσαι ικανός να αναβαθμιστείς. Πόσο σε λυπάμαι αλήθεια! Είσαι τόσο λίγος. Για λύπηση μόνο. Ειδικά τώρα. Έχεις το ύφος του σίγουρου και του νικητή. Νομίζεις. Αυταπατάσαι οικτρά.
Μόνος σου πήρες το ρόλο σου. Μη ζητάς τώρα τα δικαιώματα του πρωταγωνιστή. Δεν ήσουν ποτέ και δεν θα γίνεις. Γελάνε και οι πέτρες. Άντε στο δρόμο σου.
