Γράφει η Αγγελική Καμπέρου
Μια χημεία αδιαμφισβήτητη.
Ένα βλέμμα που πετούσε φωτιές, χωρίς το στόμα να πει κουβέντα.
Τα δικά της μάτια κολλημένα πάνω του. Λες και δεν είχε ξαναδεί κάτι αντίστοιχο ποτέ της.
Μέσα της μόνο μια ερώτηση.
“Μα καλά, τι του βρίσκω;”
Κι εκείνος με το φιλτράκι στο στόμα και ένα βλέμμα αλανίσιο, πεζοδρομίσιο, λες και είχε ζήσει τη ζωή με το κουτάλι κι ας ηταν μικρότερος της, την κοιτούσε κάτω από τα φρύδια του και της υποσχόταν τα πάντα.
Ανατριχίλα μόνο στη σκέψη περνούσε το κορμί της.
Γιατί εκείνη ήξερε.
Ήξερε πως αν έμπλεκαν οι δυο τους δεν θα είχαν καλα ξεμπερδέματα.
Κι εκείνος ήξερε.
Εκείνος ήξερε πως θα μπλέξουν.
Το έβλεπε, το επεδίωκε, το κυνηγούσε με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο.
Άναψε το τσιγάρο του μάγκικα, σαν να ήξερε πως τον κοιτούσε, το ήξερε δηλαδή, το ένιωθε, μα δεν μπορούσε να το δει.
Κι όμως, πάνω που εκείνη κόντευε να λιώσει πάνω στην καρέκλα της και ευχαριστούσε την καλή της τύχη που δεν μπορούσε να την δει, γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της.
Σχεδόν έπεσε από την καρέκλα της, γύρισε το βλέμμα από την άλλη και ένιωθε το δικό του καρφωμένο ακόμα πάνω της.
“Δεν πρέπει να μπλέξουμε. Δεν θα βγει σε καλό”.
“Τι δουλειά έχω εγώ με αυτόν; Πως είναι δυνατόν;”.
Σκέψεις κι απορίες, αναστεναγμοί κι ανατριχίλες.
Και κάπου εκεί περνάει από δίπλα της και αφήνει πίσω του μια μυρωδιά μεθυστική, μια μυρωδιά που θες να την ακολουθήσεις.
Την γύρισε σπίτι εκείνο το βράδυ.
Όπως κάθε φορά που βρισκόντουσαν.
Την γύρισε σπίτι, της χάιδεψε φευγαλέα τα μαλλιά και της φίλησε τα χείλη στην άκρη.
Ίσα για να την ταλαιπωρήσει, ίσα για να την τσιγκλίσει.
Και χάθηκε μες την νύχτα.
